Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης


PAUL DELVAUX,  EcceHomo ( 1949 )






Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας

RENE MAGRITTE, The triumphant march ( 1947 )



Δεν θα ’μαστε ποτέ
αυτό που είμαστε στιγμιαία
αλλ’ είναι θρίαμβος
αυτή η σταθερή απώλεια.
Σώζεται μόνο
η σιωπή του φύλλου
σκουραίνει το σώμα
μαζί με τη μέρα
ως της νύχτας την απρόσμενη
λάμψη του μαύρου.
Θραύσματα ζωής
αντικαταστούν τα χρώματα
στις μικρές απεικονίσεις
του ονείρου,
αμυχές
τις σκιές φωτός
στο προσωρινό δέρμα.
Τυφλή στο τόσο μαύρο
ζήταγα θεό
και μου ’διναν ένα μονάχα
δάχτυλο για να τριφτώ•
θριαμβεύω τώρα
στα πιο κρυφά μέρη
που συλλαμβάνεται
η ιδέα: εδώ
μαθαίνω επιτέλους
πως θα φύγω πρώτη.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Υπενθυμίσεις του έρωτα


RENE MAGRITTE, Love From a Distance (1965)



Αν σ’ έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ’ την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν’ αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.
Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ’ τις προδομένες προσδοκίες σου
τ’ αναπάντητα όνειρά σου.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα



KENNY CALLICUTT, Light From the Beginning of Time










Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Ποταμιανός,17 Νοέμβρη: Η νύχτα της οργής


Πηγή: Στο μετέωρο βήμα της ποίησης Γιάννης Ποταμιανός






3 Ιουνίου 2009 )



Η νύχτα ήταν, που άνθισαν οι άνθρωποι,
σαν νυχτολούλουδα, σαν γιασεμιά,
και μοσχοβόλησαν οι δρόμοι
Η νύχτα ήταν, που τη λευτεριά μετρούσαμε,
με την αγρύπνια μας και την αποκοτιά μας.
Ταμπουρωμένοι σε φωτιές,
σε κάγκελα, σε δένδρα, σε λουλούδια

Αψηφώντας τις σφαίρες και τα δακρυγόνα.
Μα ο λοχίας πρόταξε το όπλο του,
και με ριπές καλώς υπολογισμένες
άνοιξε το δρόμο στις ερπύστριες.

Διαλύοντας τις καγκελόπορτες
μαζί με τις ελπίδες μας,

στης πόρτας το πέτρινο πεζούλι.

Και γέμισαν οι δρόμοι νιάτα,
λουλούδια κατακόκκινα
στα λαβωμένα στήθη,
κραυγές και πόνο.

Και αίμα πολύ πλημμύρισε τα πάρκα,
πνίγοντας τους σπόρους,
που περίμεναν την άνοιξη ν’ ανθίσουν.

Και βγήκαν στη νύχτα τα τρωκτικά
που ελλόχευαν στα υπόγεια, της εξουσίας.
Οι φονιάδες ανθρώπων,
προσδοκιών και ονείρων.

Και προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα
φωνάζοντας τους φίλους μας,
ψάχνοντας για το πρόσωπό μας,
Στα σκοτεινά στενά των Εξαρχείων
Δρασκελίζοντας,
Τοίχους, αυλές,
φωταγωγούς και υπόγεια

Και προχωρούσαμε προς την αυγή
έρποντας
Ανάμεσα σε θλιβερά συντρίμμια,
Πίσω από οδοφράγματα
σε έρημους δρόμους
σέρνοντας τους τραυματίες μας.
Κυνηγημένοι,
από φονιάδες με στιλέτα,
από χαφιέδες με καδρόνια.
Μπερδεύοντας το καρδιοχτύπι μας,
με τις ριπές των πολυβόλων

Και προχωρούσαμε προς την ελπίδα
Αφήνοντας πίσω βοτσαλάκια,
τους νεκρούς μας
Φαναράκια της επιστροφής,
που μας φωτίζουν ακόμα.
Δείχνοντας του χρέους μας το δρόμο.

Μέχρι που στο βλέφαρο του φεγγαριού
Αργοκύλησε ένα δάκρυ
Και στο βάθος πρόβαλε η αυγή
κατακόκκινη από αίμα.

Τώρα μπροστά στο χάλκινο κεφάλι,
που ταριχεύτηκε η ιστορία,
Μας περιπαίζουν κόμματα και νεολαίες
εκφωνώντας λόγους πανηγυρικούς.
Στα μάρμαρα των αγαλμάτων
χάθηκαν τα πρόσωπα των νεκρών μας.
Πίσω από τα δάφνινα στεφάνια
των τελετών της εξουσίας

Όμως εμείς με τα μάτια υγρά ταξιδεμένα
Ανεμίζουμε σημαίες νίκης
Γιατί τα όπλα δεν υπόταξαν τα νιάτα
Τροχίζουμε το μαχαίρι μας στην μνήμη
Να μετρηθεί με την λησμονιά
Τροχίζουμε το μαχαίρι μας
στους δρόμους της Αθήνας
Να μετρηθεί με την ιστορία

Σηκώνουμε το ανάστημά μας
που κάποτε ζήλεψε ο χάρος
Αυτό που δεν κόντυνε
ο συμβιβασμός των επιγόνων.
Και ζητάμε πάλι
Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία
Και ζητάμε πάλι
Δικαιοσύνη ενάντια στο Δίκαιο
Που την ανισότητα δικαιώνει.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Ρον Παντζέτ, Η τρεχάλα




Περνάω μέσα από
τρισεκατομμύρια μορίων,
που κάνουν στην άκρη,
για να φτιάξουν το δρόμο για μένα,
ενώ και στις δυο πλευρές,
τρισεκατομμύρια άλλων
μένουν στη θέση τους.
Ο υαλοκαθαριστήρας στριγγλίζει.
Η βροχή έχει σταματήσει.
Σταματώ.
Στη γωνία ένα αγόρι
μ' ένα κίτρινο αδιάβροχο,
κρατάει το χέρι της μητέρας του.

Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, Στο δυνατό φως

NIKOS HAJIKYRIAKOS GHIKAS, Waving Leaves II ( 1981 )

                                 ( Μετάφραση: Τάσος Κόρφης )


Στο δυνατό φως
το άφυλλο δέντρο της οξιάς
λάμπει σαν το σύννεφο
και μοιάζει να καίγεται
μόνο του
μ’ ένα απαλό διάχυτο φως
αγάπης
επάνω στη σκληρή και εύθραυστη
χλόη
Όμως υπάρχουν
αν καλύτερα προσέξεις
κάτι κίτρινα φύλλα
που ακόμα σκιρτούν
χώρια και μαζί
κάποιο εδώ μονάχα κάποιο εκεί
ριγώντας έντονα





(Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς)

Μέσα σ’ αυτό το δυνατό φως
η άφυλλη οξιά
λάμπει σαν σύννεφο
μοιάζει να ακτινοβολεί
από μόνη της
με ένα απαλό διάχυτο φως
αγάπης
πάνω στην εύθραυστη
χλόη.
Υπάρχουν όμως
αν καλύτερα κοιτάξεις
λίγα κίτρινα φύλλα
που σκιρτούν ακόμα
χώρια μακριά
ένα εδώ κι ένα εκεί
ριγώντας έντονα

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Κατερίνα Γώγου, Κανείς δε θα γλιτώσει.




( Από τη συλλογή « Ιδιώνυμο», 12/3/1980 )

Κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα ’χει
ούτε μισό μισοσβησμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε –βουλιάζουμε–
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
από διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
κι ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.

Κατερίνα Γώγου, Κοίτα Πώς Χάνονται Οι Δρόμοι





( Από τη συλλογή « Ιδιώνυμο», 12/3/1980 )

Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι μες στους ανθρώπους... τα περίπτερα πως κρυώνουνε απ' τις βρεγμένες εφημερίδες ο ουρανός πως τρυπιέται στα καλώδια και το τέλος της θάλασσας από το βάρος των πλοίων πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες στο τελευταίο δρομολόγιο και το λάθος εκείνου που κατέβηκε στην πιο πριν στάση τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο και τη ντροπή σου ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά πως να τα ζητήσεις πως τσούκου τσούκου αργά μεθοδικά μας αλλοιώνουνε να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή από το στυλ της καρέκλας...