Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2021

Πέρσυ Μπυς Σέλεϋ, Οζυμανδίας



1818

(Mετάφραση Κατερίνα Σχινά)

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία.

Είπε:
τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο.
Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ' ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,

λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα
το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε.



Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:

«Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου. Ισχυροί, κι απελπιστείτε! »

Άλλο τίποτα δεν μένει.
 Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.



( Η ονομασία «Οζυμανδίας» αποτελεί μεταγραφή στα ελληνικά του αιγυπτιακού ονόματος του Ραμσή «Usermaatre Setepenre», που σημαίνει «Το δίκαιο του Ρα είναι ισχυρό – επίλεκτος του Ρα». )

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Δημήτρης Χριστοδούλου, ΑΛΤ ! ΘΑΝΑΤΟΣ !

 


               Ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου διαβάζει, το ποίημά του «Αλτ ! Θάνατος !», όπως ακούγεται στην ταινία τού Ροβήρου Μανθούλη «Πρόσωπο με πρόσωπο» (1966).


ΑΛΤ !


Κι ο ρόζος του πεύκου, μπορεί να είναι μάτι.

Κι οι βελόνες απ' τα έλατα, μπορεί να είναι λόγχες.

Ο εχθρός ενεδρεύει πίσω από κάθε ανεμώνα.


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !


Εδώ τ' αυτί δεν ακούει άνεμο.

Δεν ακούει την καρδιά της Γης.


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !


Οι ώρες έχουνε πολυβόλα στα δευτερόλεπτα !

Στα πρώτα λεπτά χειροβομβίδες !

Στη μισή διαδρομή, κόμπος στο στέρνο !

Ακριβώς... Έφοδος !


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !


Πως θα διαβείς τ' απελπισμένο Ανδρί ;


Ξέχασαν όλοι τη μάνα τους και σένα

που κράταγες την καρδιά στις παλάμες.


Ο Ήλιος χάσκει σαν πτώμα.

Τα κεφάλια των φονευθέντων στη μάχη αιωρούνται

στη ράχη των μουλαριών,   Εκκρεμή !

Έχουν δικό τους χρόνο,

έχουν άλλες ώρες.

Στο παγωμένο τράχηλο,

παίζει καθρεφτάκι ο Σταυρός,

ο Σταυρός,

τα παγωμένα νύχια,

το αρχείο απωλειών,

το Αρχείον.


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !


Εδώ το φεγγάρι δείχνει 

τα δόντια του σε κάθε στεναγμό.


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !


Έχουμε γίνει μια απεγνωσμένη φιγούρακατακόρυφη.

Έχει στο στέρνο μας στρατοπεδεύσει μια στρατιά νεκρών.

Στις κοιλάδες με τους ξαγρυπνιμένους ανθρώπους,

οι ώρες ουρλιάζουν απαρηγόρητες,

τα τσακάλια τρώνε το γέλιο τους,

τα φίδια πίνουν το αίμα των δένδρων, 

τα όρνια τρώνε τη σάρκα της Γης.

Η Γη λαχανιάζει και διαμαρτύρεται,

τα δέντρα σπάνε σαν το θάρρος μέσα μας.


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !


Δεν έπρεπε να ΄ρθεις !

Τώρα που έχω γίνει μια απεγνωσμένη φιγούρα, κατακόρυφη.

Δεν έπρεπε να ΄ρθεις !


Δένω την υπομονή μου στον Ήλιο,

περπατάω με τα χέρια,

κραυγάζω στην απύθμενη νύχτα,

περισυλλέγω το στήθος, τα μάτια μου.


Δεν έπρεπε να ΄ρθεις !


ΑΛΤ !   ΘΑΝΑΤΟΣ !



Πρόσωπο με πρόσωπο/Face to face (1966) Ροβήρος Μανθούλης


Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020

Ντίνους Χριστιανόπουλος, Σιγά σιγά

 



Πηγή:  Οκτώ ποιήματα στη μνήμη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Το καλοκαίρι κύλησε», Διαγώνιοςτχ. 1 (Ιανουάριος-Ιούνιος 1959)

Σιγά σιγά ξεφτίζουν μέσα μου
τα πρόσωπα τ’ αγαπημένα
και τα στιγμιότυπα της μέθης μου
κι αυτά ξεφτίζουν ένα ένα

Δεν έμεινε ούτε μια ανάμνηση
που να με συγκινεί ακόμα
και μονάχα μια γεύση ολόπικρη
μου πλημμυράει καρδιά και στόμα

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, Βουβοί δρόμοι


RENE MAGRITTE  The Empty Picture Frame, 1934








Στην πόλη εδώ δεν έχει μονοπάτια,
να καρτεράς να ΄ρθουν οι αγαπημένοι,
να σου γεμίσουν φως τα δυο σου μάτια.

Μια λαχτάρα την ψυχή μου πλημμυρίζει                 
γλυκιά ως το μέλι…

Πού ξάγναντο να πάω και ν’ αγναντέψω,
αν έρχεται ο καλός ο κύρης μου απ’ τ’ αμπέλι;

Πού ξάγναντο να πάω να περιμένω
να φανείτε, αδερφούλες μου, απ’ τη βρύση
με το κορμί στον πλατύ αιθέρα όλο γραμμένο;

Στην πόλη εδώ βουβοί, τυφλοί ΄ναι οι δρόμοι κι όλο λύπη,
στην πόλη εδώ δεν έχει μονοπάτια,
να καρτεράς τη μάνα σου, άμα λείπει.

Άγιε παππού μου, εσέ πού να καθίσω
να καρτερέψω αργά τον ερχομό σου
και μες στο μούχρωμα να σε μαντέψω απά στο ζο σου;

Και τον καλό τον αδερφό απ’ τ’ αλώνι
κι απ’ το χωράφι, που εζευγάριζε όλη μέρα,
πού να πάμε να τον δούμε, άμα ζυγώνει;

Πού ν’ απλωθεί στα μάτια αντήλιο η απαλάμη,
το σύντροφό σου ως πέρα να ζητήσεις
στο λόφο ή στη ραχούλα ή στο ποτάμι;

Και πού να ιδείς εδώ στα πέρα μονοπάτια
το γαλανό, το ηλιόχαρο παιδάκι, το ακριβό σου,
πού να το ιδείς να σου χαρούν τα μάτια;

Ποιο μονοπάτι εδώ την τρυφερή γιαγιά μπορεί να φέρει,
σκυφτή μέσα στο φως το αποσπερνό,
μ’ ένα κουκί βασιλικό για φύτεμα στο άσαρκο χέρι;

Στην πόλη εδώ βουβοί, τυφλοί ‘ναι οι δρόμοι.
Πού ξάγναντο, να πάω και ν’ αγναντέψω
γιατί δεν ήρθαν οι καλοί μου ακόμη;

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Ο Μαθητευόμενος μάγος



 (Mετάφραση Θ. Σταύρου)


Απ’ το σπίτι ο γερο-μάγος                           
βγήκε τελοσπάντων έξω.
Τώρα εγώ τα πνεύματά του
θα ξυπνήσω και θα παίξω.

Λόγια του, έργα, τρόπους
τα ‘χω ξεσηκώσει
κι έτσι πια θα κάμω
θάματα με γνώση.

Μπρος, αμέσως
στη δουλειά μας,
για να τρέξει
στη μπανιέρα
το νερό, να τη γεμίσει
ως τα χείλια, πέρα ως πέρα.

Μπρος, κουνήσου, γριά μας σκούπα!
Στα κουρέλια αυτά τυλίξου.
Τόσα χρόνια τώρα δούλα,
και σ’ εμένα υπάκουη δείξου.

Όρθια σε δυο πόδια,
με στητό στον ώμο
το κεφάλι, πάρε
το σταμνί και δρόμο!

Μπρος, αμέσως
στη δουλειά μας,
για να τρέξει
στη μπανιέρα
το νερό, να τη γεμίσει
ως τα χείλια πέρα ως πέρα.

Κοίτα, τρέχει στο ποτάμι,
έφτασε στον όχτο, να τη!
σαν την αστραπή γυρίζει
κι όλο αδειάζει το κανάτι.

Να και πάλι! Η γούρνα
ως τα χείλια. Κι όλες
με νερό γεμίζουν
τώρα οι κατσαρόλες.

Στάσου! Φτάνει
και περσεύει,
κι άλλο τώρα
    να μη τρέξει.

    Συφορά μου! Απ’ το μυαλό μου
έφυγε η ξορκίστρα λέξη.


Κείνη η λέξη που την πρώτη
δίνει  υπόσταση και πάλι.
Μα αυτή τρέχει. Αχ, να γινόσουν
σαν και πριν, απλό φουκάλι!
Τρέχει, φέρνει, χύνει
κι όλο κουβαλάει.
Αχ, το ρέμα ολούθε
πάνω μου κυλάει.

Τι κακία!
Θα την πιάσω,
θα την κάμω
να το κόψει.
Πιότερο, όσο πάω, φοβούμαι.
Τι ματιές, αλί μου, τι όψη!
Τι ζητάς; Όλο το σπίτι
να το πνίξεις, βρωμολάμια;
Πάνω απ’ όλα τα κατώφλια
τρέχουν, τρέχουνε ποτάμια.
Δε θ’ ακούσεις τέλος,
άτιμο φουκάλι;
Κούτσουρο ήσουν, γίνε
κούτσουρο και πάλι.

Δε θα πάψεις;
Θα σε πιάσω
κι αφού στέρεα
σε κρατήσω,
το παλιόξυλό σου αμέσως
με τσεκούρι θα το σκίσω.

Σέρνεται, έρχεται και πάλι!
Πάνω σου ο μπαλτάς θα πέσει,
βρε, τελώνιο, να σε ρίξει
χάμω. Κρακ! Βαράω στη μέση! 

Πέτυχα. Το ξύλο,
να, στα δυο σκισμένο!
Τώρα, ελπίζω, τέλος,
λεύτερα ανασαίνω.

Αχ, δυο σκούπες
βλέπω ολόρθες!
Κι έτοιμη είναι
για να κάνει
τώρα η καθεμιά τη δούλα.
Σώστε με, θεοί επουράνιοι!

Κι όλο τρέχουν! Πλημμυρίσαν
σάλες, σκάλες, Θε μου, Θε μου,
τι νεροποντή! Σε κράζω,
έλα, αφέντη δάσκαλέ μου!

Να τος! Αχ, αφέντη,
πνεύματα έφερα έξω,
αλλ’ αδύνατο είναι
τώρα να ξεμπλέξω.

Σκούπες, σκούπες!
Ξαναπάρτε
τη μορφή σας.
Μόνο ο γερο-δάσκαλός σας εγώ σας κάνω
πνεύματα, γι’ αυτό που ξέρω.

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Κική Δημουλά, Πάλι σε Συγχωρώ


                        TUTANKHAMUN’S BROOCH SCARAB




Με καταγγέλλουν η ανανέωση και η ποικιλία 
πως διακινώ μπαγιάτικες μεγάλες
επαναλήψεως ποσότητες
με αποτέλεσμα να εθίζεται η ανία.

Θα διαμαρτυρηθώ προκαλώντας βέβαια 
νέα θύματα εθισμού μια και όλες
ανά την υφήλιο οι διαμαρτυρίες 
μπαγιάτικη επανάληψή τους διακινούν. 

Πράγματι μόνο από αυτό το μαγαζί
της επαναλήψεως νύχτα μέρα ανοιχτό
ψωνίζει η ψευδαίσθηση είδη αθανασίας.

Πόσο καινούργιο τάχα
πόσο ξαφνιαστικά ποικίλο
είναι δυνατόν να ρέει στις αναλλοίωτες
φλέβες αυτού του κόσμου;

και πώς να του στερήσεις να πεθαίνει 
κατ’ επανάληψιν πάλι και πάλι πάλι 
στερώντας έτσι από το θάνατο
την ανανέωσή του.

Ψιλόβροχο είναι το κάθε καινούργιο 
στάζει από την τρύπια στέγη της εκπλήξεως και το μαζεύουμε σε κάποιας επανάληψης 
την πλαστική λεκάνη. 

Στην αναζήτηση θα μου πεις στην αναζήτηση
βρίσκεται το καινούργιο

Αχ, μεταμφιεσμένη αναζήτηση είναι
το αποδιοπομπαίο εκείνο ίδιο. 

Αναζήτηση ενός εκ νέου πάλι 
πάλι σε συγχωρώ 
πάλι σε ονειρεύτηκα 
αύριο πάλι αύριο 
θα σου το ξαναπώ 
πάλι θα μου ζητήσεις
λογική εξήγηση 
πάλι θα σου απαντήσω ότι
να αντέξεις είναι το ζητούμενο 
όχι να καταλάβεις. 

Κική Δημουλά, Σας άφησα μήνυμα


Ἐμπρὸς ἐμπρὸς μὲ ἀκοῦτε; Ἐμπρὸς
ἀπὸ μακριὰ τηλεφωνῶ. Δὲν ἀκούγομαι
τί, ξεφορτίστηκε ἡ ἀπόσταση;
Ἀπὸ κινητὸ διάστημα μιλᾶτε;
Νὰ ξαναπατήσω τὸ μηδέν; Κι ἄλλο;
Μὲ ἀκοῦτε τώρα;
Ναὶ μοῦ δίνετε σᾶς παρακαλῶ τὴ μαμά μου;
Τί ἀριθμὸ πῆρα; Τὸν οὐρανὸ
αὐτὸν μοῦ ἔχουν δώσει. Δὲν εἶναι κεῖ;
Μπορῶ νὰ τῆς οὐρλιάξω ἕνα μήνυμα;
Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη πεῖτε της
εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι πέθανε κι ἐγὼ
μικρὸ παιδὶ κατουρημένο γοερὰ
μούσκεμα ὁ φόβος ὡς ἀπάνω
κι ἀκόμα νὰ στεγνώσει.

Νὰ ῾ρθεῖ νὰ τὸν ἀλλάξει.
Ἂν δὲν μπορέσει, τῆς λέτε ἀκόμα ὅτι
ὡρίμασε ἐκείνη ἡ παλιὰ φοβέρα της
πὼς θὰ μὲ φάει ὁ γέρος ἂν δὲν τελειώσω
τὸ φαγητό μου.
Ὡρίμασε ἔγινα γεῦμα γήρατος.
Ὄχι σὲ ταβερνάκι ὀνείρου.
Σὲ κάποιο λαϊκὸ μαγέρικο ποὺ ἄνοιξε
ὁ καθρέφτης.

Κική Δημουλά, Διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα


MAN RAY,  Black and White, 1926.





















Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης


PAUL DELVAUX,  EcceHomo ( 1949 )






Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.