Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδιτης Τασος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδιτης Τασος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

Τάσος Λειβαδίτης, Σύμβολο πίστεως

 


(Τάσος Λειβαδίτης - Σύμβολο Πίστεως - Φώτης Αρμένης)


Πιστεύω σε κείνον που χτίζει, κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό, σαν Θεός και κατευνάζει το χάος,

πιστεύω σε κείνον που θερίζει και το δρεπάνι το κυματίζει 

ολόφωτο σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου,

πιστεύω σε κείνον που αγαπάει, όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,

πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα 

να τον συγχωρέσουν

πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει και συγχωράει μοναχός τον εαυτό του και προχωράει,

πιστεύω στη μέρα που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως

πιστεύω και στη νύχτα που σου ξαναδίνει τα πράγματα 

μες στην καρδιά σου,

πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, στις μέλισσες με τα παιδιά

πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους, σαν τους ραψωδούς, έξω απ’ το παραθύρι σου, τραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας,

πιστεύω και στη σιωπή,
Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός, που ταξιδεύω πάνω του

χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την καρδιά μου για οδηγό,

γιατί η αγάπη που ’χω μέσα μου μπορεί 

κι ένα ακυβέρνητο καράβι να το οδηγήσει στο δρόμο το σωστό,

πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου, που βγάζει το καπέλο του και χαιρετάει ταπεινά, 

την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν.

Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.

Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες, τους ήρωες, τους ποιητές, που αλλάζουνε με μια χειρονομία τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα

Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο,

πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σα σημαία την καρδιά σου 

και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος.

Πιστεύω στο άπειρο, 

μπορώ να κάθομαι ώρες να διαβάζω τον ουρανό,

τα χείλη μου είναι βαριά απ’ την κερήθρα των άστρων

και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο άγνωστο,

πιστεύω και στη γλυκιά ετούτη γη, γεμάτη μαχαιρώματα 

και ζεστούς γυναικείους κόρφους,

πιστεύω στο χώμα που πατάω και που με καρτερεί

κει κάτω, μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι ρίζες, 

κοιμούνται οι νεκροί και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά,

πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω,

Αμήν.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου

AFRICA


1953

Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ' αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει
φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ' τις γέφυρες
φυσάει μες απ' τ' αχαμνά σκέλια των κατάδικων που 
          σουλατσάρουν στα προαύλια των φυλακών
φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε 
          έξω απ' τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων
φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά
φυσάει κάτω απ' τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες
τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα
γάντια
ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω απ' τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός

Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ' το κρύο μελανιασμένες απ' τις
          καπνιές
χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω απ' τα  τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούια
φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται 
ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ' ασβέστη
δεν υπάρχει διέξοδος
οι Σλάβοι μας απειλούν
ο πόλεμος
ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος
αλληλούια
φυσάει μες απ' τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε 
           τις πόρτες των πολιτειών
φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές
           των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών

Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί της
εκείνο πονάει και μπήγει τις φωνές
σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός
ένας αρτεργάτης φτύνει
καθάρματα
αλληλούια
κι η φτυσιά του πηγμένη απ' τ' αλεύρι φουσκώνει σαν προζύμι
για ένα μεγάλο αυριανό ψωμί
λάβετε φάγετε
φυσάει

Εργάτες απ' τους υπονόμους απ' τα τσιμεντάδικα απ' το γκάζι
σκουπιδιαραίοι χτίστες εργάτες απ' τα σφαγεία
γυναίκες απ' αυτές που πουλάνε χόρτα στην αγορά
κορίτσια που ζεσταίνουνε τα χέρια τους κάτω απ' τις μασκάλες
κάτι πελώρια κόκκινα χέρια φαγωμένα απ' τα νερά

Το έθνος μας απειλείται...
υπέρ βωμών και εστιών...
μα πρέπει να συντομεύουμε εξοχώτατε 
μας περιμένουν για το τσάϊ
ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη
ένας ζητιάνος ξύνει τ' αχαμνά του

Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει κάτω απ' το ψιλό χιονόνερο
ένας γεράκος αλέθει ένα κάστανο με τα φαφουτιασμένα 
γούλια του
μια πουτάνα κρεμασμένη στο μπράτσο ενός αμερικάνου ναύτη
ένα κορίτσι θυμάται τις παιδικές του προσευχές
«και επί γης ειρήνη»
φυσάει

Φυσάει στα κοκκαλιάρικα απλωμένα χέρια των ζητιάνων στα
           σκαλοπάτια των εκκλησιών
φυσάει στις ξεπαγιασμένες σιωπηλές ουρές έξω απ' τα λαίκά
           συσσίτια
φυσάει στα οργανοτροφεία στα μπορντέλα στα παιδικά άσυλα
φυσάει
φυσάει

- Να διαφυλάξωμεν την ασφάλειαν του έθνους
- Θα διώξουν λένε κι άλλους εργάτες αύριο - τι θα γίνουμε
- Σας πάει περίφημα η ερμίνα σας αγαπητή μου
- Ελεήστε με χριστιανοί, δώστε μου μια δραχμίτσα χριστιανοί
- Μακάριοι οι πεινώντες κι οι διψώντες
- Κάνε πιο κει ντε το στόμα σου βρωμάει σαν απόπατος
- Η ελευθερία της πατρίδος
- Την πήγα στο νοσοκομείο μα θέλαν λεφτά...
- Απαιτεί να εξοπλισθώμεν
- Πέθανε
- Φυτίλια για τους αναφτήρες... φυτίλια για τους αναφτήρες
φυσάει
τι θα γίνουμε
πάρτε αδέρφια έχουμε και φυτίλια για τους δυναμίτες

Φάτσες αυλακωμένες απ' το χρόνο και τη βλογιά
φάτσες σημαδεμένες απ' την πείνα και τα εργατικά ατυχήματα
φάτσες πρισμένες βρώμικες τριχωτές
φάτσες τραβηγμένες απ' τις τανάλιες ενός άγριου χαμόγελου
φάτσες φαρδειές σαν στήθεια μητρικά
φάτσες σκληρές σαν αμώνια

Μια γυναίκα βγάζει το στήθος της και θηλάζει ένα κίτρινο
           μωρό
ο άνεμος μπερδεύει τα σύννεφα
τα σύννεφα μπερδεύονται στις σημαίες
ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού
κλαίνε οι γυναίκες πλένοντας τα μαύρα ρούχα τους
οι άνθρωποι κλαίνε στα κατώφλια στις γωνιές των δρόμων
           στα χωράφια
κλαίνε στα χαρακώματα στα νοσοκομεία έξω απ' τα ταμεία
           ανεργίας
δάκρυα δάκρυα
τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατο μας
για να κλαίνε
φυσάει

Ο άνεμος μπερδεύει τις φωνές τα χρόνια τα ηλεχτρικά καλώδια
μπερδεύει τα δόντια ενού καπνεργάτη με τις ξιφολόγχες
μπερδεύει τον υπουργό μ' ένα μαύρο σκυλί
μπερδεύει τον μαστό αυτής της γυναίκας που θηλάζει με τον
           τρούλλο της γειτονικής εκκλησίας
φυσάει

Τα τζάμια των μεγαλουπόλεων είναι θολά βρωμισμένα απ' τα
           πεινασμένα χνώτα μας
καθώς θάβουμε τους νεκρούς έχουν το στόμα τους ανοιχτό
οι νεκροί μας
πεινάνε

Ένα κοριτσάκι κάθεται στο κατώφλι
έχει τυλίξει μ' ένα πανί, σαν κούκλα, το δεκανίκι του πατέρα της
και το νανουρίζει
νάνι νάνι

Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει 
            τη ραχοκοκκαλιά μας
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
            τα παράθυρα είναι τυφλά
φυσάει

Μια λεχώνα ουρλιάζει κάτω απ' τον παραμορφώμενο ουρανό
ο άντρας της γυρίζει τους δρόμους ζητιανεύοντας ένα κερί
ν' ανάψει δίπλα στο νηογέννητο

Οι χορταρομαζώχτρες γυρίζουν τα χωράφια
μαζεύοντας στην ποδιά τους σφαίρες σάπιες αρβύλες 
            και κιτρινισμένα γράμματα
ά γεννάτε γεννάτε μανάδες
κοιλοπονάτε
ουρλιάχτε απ' τους πόνους της γέννας
σκίστε τα ρούχα σας και τυλίχτε μη σας κρυώσει το μωρό
γεννάτε γεννάτε
χρειάζεται κι' άλλους νεκρούς ο πόλεμος
φυσάει

Φυσάει μες απ' τους σκισμένους αγκώνες των χαμάληδων
φυσάει μες απ' τα τρύπια βρακιά των ανέργων
φυσάει
φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού

Ο υπουργός χειρονομεί
πάνω στο χαμηλό μαύρο ουρανό
τα χέρια του σχεδιάζουν την προδοσία

Μια γρηά σταυροκοπιέται : Κύριε των δυνάμεων
- των Δυτικών βέβαια Δυνάμεων

Ένας οδοκαθαριστής τρέμει απ' το κρύο
τα δόντια του χτυπάνε
παίζοντας ένα υπόκωφο οργισμένο τραγούδι
έι αφεντικά...
ποιός φώναξε
κανείς
φυσάει

Εργάτες απ' τη λαχαναγορά απ' τις πριονοκορδέλες 
            απ' τα λιπάσματα
φορτοεκφορτωτές πλύστρες εργάτες απ' τα νταμάρια
τα τσούρμα απ' τα λιμάνια που κουβαλάνε τα σακιά του
            αλευριού
80 κιλά το καθένα
γρηές που καθαρίζουν τα δημόσια αποχωρητήρια
με τα μάτια τους κόκκινα και πρισμένα απ' την αμμωνία

Ο άνεμος βουίζει στις παρόδους στις πλατείες στους σταθμούς
βουίζουν οι στέγες τα σύρματα οι καμπάνες
βουίζουν τα χρόνια που έρχονται

Δυο εργάτες κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα
δεν ακούς τι λένε
βλέπεις μονάχα τα πλατειά τους χείλια να σαλεύουνε σαν χέρια
έτοιμα να χτυπήσουν

Ένα γυαλιστερό αυτοκίνητο σταμάτησε
κυλάνε δυο φαλακροί κύριοι και μια χοντροκώλα κυρία
η πατρίς απαιτεί θυσίας

Οι τράπεζες ξαπλωμένες στα φαρδειά παζοδρόμια
σαν προϊστορικά ζώα που χωνεύουν τη λεία τους

Η γρηά κοιτάει τον άγνωστο στρατιώτη γυμνό μες
           στην παγωνιά
βγάζει το σάλι της και προχωράει να σκεπάσει αυτό 
           το γυμνό παιδί που κρύωνει

Φάτσες τραχειές σαν κούτσουρα
φάτσες κοφτερές σαν τσεκούρια
φάτσες κόκκινες χαλκοπράσινες σταχτιές
φάτσες βαθειές κι απέραντες σαν το βαθύ κι απέραντο ορίζοντα
χέρια που χτίζουνε τον κόσμο σε μιάν ώρα
και τον γκρεμίζουν σ' ένα δευτερόλεπτο
φάτσες χοντροκομμένες πέτρινες σημαδιακές

Ένας καρβουνιάρης με τα μάτια στο μαύρο μούτρο του
σαν κόκκινα φανάρια κινδύνου μες τη νύχτα
μια μέρα
θα λογαριαστούμε
ποιός φώναξε
κανείς
φυσάει
ο πόλεμος
ο πόλεμος
- απόψε φωνάξαμε όλοι μαζί

Ο άνεμος παίρνει το σάλι της γρηάς
το σηκώνει ψηλά
το ξεδιπλώνει
και το σάλι μεγαλώνει μεγαλώνει
και σαν ένα τεράστιο μαύρο χταπόδι
αδράχνει την πολιτεία

Ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους τις χρονολογίες τα πρόσωπα
παρασέρνει τη σκόνη απ' τα πεδία των μαχών
αυτή η σκόνη θάβει σιγά - σιγά την Ευρώπη
φυσάει στα χωράφια στα λιμάνια στα ξέστρατα
πάνω στα τζάμια μας αντιφεγγίζουν οι μεγάλες πυρκαγιές της
           Ασίας
ένα σινιάλο ουρλιάζει μες τη νύχτα
S.O.S
S.O.S
ποιός κινδυνεύει
φυσάει μες στα μεγάλα τούνελ που περνάν τα τραίνα γεμάτα
           φαντάρους και σκοτεινιά
που πάνε
S.O.S
ο κόσμος βουλιάζει
φυσάει στους λόφους στα σταυροδρόμια στις εκκλησίες
οι γερμανίδες τραγουδάνε καθισμένες στα κατώφλια
                                           τρείς φίλοι κινάνε
                                           και πέρα τραβούν
                                           στο Ρήνο να πάνε...
πήγαιναν οι φίλοι όταν στο δρόμο ξαφνικά
τους βρήκε ο πόλεμος
τώρα σαπίζουνε θαμένοι σ' έναν ξένο τόπο
                                            στο Ρήνο να πάνε
                                            κρασάκι να πιούν...
ο άνεμος μπερδεύει τις χειρονομίες τα γεγονότα τα αίματα
μετατοπίζει τα σύνορα κουρελιάζει τους γεωγραφικούς χάρτες
αναποδογυρίζει το άγαλμα της Ελευθερίας και στη θέση του
           μπήγει έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό
παρασέρνει τα σύννεφα τα έθνη τις πυρκαγιές
φυσάει
φυσάει παράξενα απόψε ο άνεμος αλλάζοντας το σχέδιο του
           κόσμου

Οι φαντάροι χτυπάνε τα πόδια τους να ζεσταθούν
γλιστράει το χιονόνερο πάνω στα κράνη
μετά τον κύριο υπουργό ένας στρατηγός ανεβαίνει στο βήμα
χάιλ Χίτλερ
ώ με συγχωρείτε
η ελευθερία της πατρίδος - ήθελα να πω
τα γάντια χειροκροτούν
κάτω απ' τα τριμμένα πανωφόρια των παιδιών
ξεχωρίζεις τις μυτερές υποσιτισμένες ωμοπλάτες

Μια παρέα κορίτσια χαχανίζει
κοιτώντας το ξεκούμπωτο βρακί ενός μεθυσμένου

Το κοριτσάκι όλο μουρμουράει
νάνι νάνι
μα το δεκανίκι δεν μπορεί να κοιμηθεί
- θυμάται τον πόλεμο
φυσάει

Φάτσες από κατράμι φάτσες από μπετόν
χοντρά δυνατά σαγώνια γυμνασμένα απ' τις αμασίες
μάτια που κι απ' τις ξιφολόγχες κόβουν πιό καλά
τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
εις τους αιώνας των αιώνων

Πιο σιγά λοιπόν
πιο σιγά
θα ξυπνήσετε τους νεκρούς -
θα ξυπνήσουμε
φυσάει στους καταφρονεμένους και τους γυμνούς

Κάποιος πέφτει
ποιός είναι ποιός είναι
δυο αστυφύλακες τρέχουν
τίποτα τίποτα
ένας άνεργος
λιγοθύμισε
φυσάει
μπορέι και να πέθανε
αλληλούια
τα σταυροδρόμια σαν μεγάλοι σταυροί ακουμπισμένοι στο
           χώμα
οι ξιφολόγχες γυαλίζουν
πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα
ρουφιάνοι
οι μελανιασμένες φάτσες
ο άνεμος τι θα γίνουμε φυσάει
αλληλούια αλληλούια αλληλούια



Κι έγινε τότε μεγάλη σιωπή.
Κι άρχισε ο ήλιος να κατεβαίνει μέσα στις φλόγες της δύσης.
Κι ο ουρανός έγινε κόκκινος. Και το χώμα κόκκινο. Σαν αίμα.
Και δεν ακουγόταν τίποτα σ' όλη τη γη.
Και προβάλλοντας σιγά - σιγά πίσω απ' τα υψώματα
μεγάλες σκοτεινές φάλαγγες φάνηκαν νάρχονται.
Απ' τις πεδιάδες, απ' τα φαράγγια, απ' τις χαράδρες, απ' τα
            βουνά
απ' όλους τους δρόμους φάνηκαν νάρχονται
οι νεκροί του πολέμου. 

Ξετυλίγονταν σε μακριές μαύρες σειρές σα να πηγαίναν σε
           μάχη.
Και προχωρούσαν σέρνοντας τα βήματα τους και τρικλίζοντας
το κορμί τους έγερνε μπροστά σα νάχαν πολύ περπατήσει
σα νάχαν κουραστεί να περιμένουν τόσο πολύ
Και προχωρούσαν κουτσαίνοντας και σαλεύαν αργά 
           ως το βάθος του κόσμου.

Και κάθε τόσο τρεμούλιαζε η γης, ύστερα έσκαγε κι άνοιγε
ένα μαυροπράσινο χέρι έβγαινε απ' το χώμα και τέντωνε τα
           σάπια δάχτυλα.
Οι νεκροί ανακλαδίζονταν και σηκώνονταν όρθιοι
Και πατόυσαν πάνω στους άλλους νεκρούς και προχωρούσαν
και σερνόντουσαν κι αυτοί στο χώμα κι αρπάζονταν απ' τις
           χλαίνες των άλλων κι ανασηκώνονταν
και σμίγαν τις φάλαγγες και πλήθαιναν και προχωρούσαν
εκατομμύρια νεκροί.

Κι ανάβαν κόκκινοι οι ορίζοντες σα να καιγόταν ο κόσμος.

Ερχόντουσαν απ' τα χαρακώματα, απ' τις υπόγειες στοές,
           απ' τις τρύπες
ερχόντουσαν απ' τους ομαδικούς τάφους τους ανοιγμένους στις
           πεδιάδες
εκεί που τους είχαν σωριάσει γρήγορα - γρήγορα 
           σα να φτυαρίζαν ένα σωρό κοπριά.
Ερχόντουσαν με τις κομματιασμένες, ματωμένες χλαίνες τους
           σκεπασμένες απο ένα παχύ στρώμα λάσπη
με τα μάτια τους γυάλινα, πελώρια ανοιγμένα, όπως μείναν
           την ώρα που τους κάρφωναν την ξιφολόγχη
με το στόμα συσπασμένο, σκισμένο απ' την τελευταία κραυγή.
Ερχόντουσαν απ' τα σταχτιά, ερημωμένα πεδία της μάχης
με τα πρόσωπα χωματένια, παραμορφωμένα
καθώς την ώρα που έπεσαν, οι άλλοι τρέχοντας πατούσαν 
           πάνω τους και προχωρούσαν
κι όλη  τη μέρα, αρβύλες ρόδες άλογα, τους ποδοπατούσαν
           ανάμεσα στις κανονιές και τον καπνό.

Ερχόντουσαν ξεκοιλιασμένοι, σπαραγμένοι, σαπισμένοι
ανασαίνοντας δύσκολα με το κεφάλι ανεστραμένο και το στόμα,
           σαν μια πληγιασμένη τρύπα, ανοιχτό
Και προχωρούσαν αργά μέσα στο κόκκινο πελώριο 
           ηλιοβασίλεμα.

Άλλοι κρατούσαν με τα χέρια τους τα χυμένα τους σπλάχνα
άλλοι βαστούσαν σαν ντουφέκια στους ώμους 
           τούς ξεριζωμένους σταυρούς
άλλοι με τα κομμάτια της οβίδας ακόμα καρφωμένα 
           στα κόκκαλά τους
κι άλλοι με γαντζωμένα πάνω τους τα συρματοπλέγματα, όπως
           τάχαν αγκαλιάσει την ώρα που τους θέριζε 
           το πολυβολο.
           
Κι απ' τις βομβαρδισμένες πολιτείες γυναίκες ερχόντουσαν
           αναμαλλιασμένες
σφίγγοντας στο σαπισμένο βυζί τους τα κομματιασμένα βρέφη
           τους.
Και σκελετοί μαύροι καρβουνιασμένοι στα κρεματόρια
με χέρια καμμένα, στρεβλωμένα, σα ρίζες δέντρου, απ' την
           αγωνία.

Και προχωρούσαν βαρειά, γυαλίζοντας από έναν παχύ λιπαρό
           ιδρώτα
μ' ένα ηλίθιο γέλιο όπως γελάνε αυτοί που δεν περιμένουν
           πια τίποτα
όπως γελάνε εκείνοι που έχουν αποφασίσει κάτι τρομαχτικό.
Και προχωρούσαν και συστρέφονταν κι ανεβοκατέβαιναν
και κουλουριάζονταν και πλήθαιναν και προχωρούσαν
τόπο, τόπο, κάντε τόπο στους νεκρούς.

Και κατέβαινε ο ήλιος μέσα στις φλόγες του δειλινού.



Που πάνε που πάνε
σταματήστε τους
οι στρατηγοί χειρονομούν
οι υπουργοί κι οι πόρνες τρέμουν
σταματήστε τους

Τα ψηλά καπέλα πέφτουν
οι γούνες ξαναγίνονται ζώα και τους δαγκώνουν το λαιμό
ο τεράστιος ίσκιος των νεκρών τους συνθλίβει τα κόκκαλα
κάτω απ' αυτόν τον ασήκωτο ίσκιο ζαρώνουν οι επίσημοι
σαν φυσαρμόνικες που κλείνουν

Στρατιώτες επιτεθήτε
αξιωματικοί επιτεθήτε
όλοι οι λόχοι όλα τα όπλα
επιτεθήτε


Οι μεγαλόσταυροι μπήγουν τα δόντια τους στα στήθεια των
           στρατηγών
τα μάτια τους τρομαγμένα  χύνονται στην άσφαλτο 
           και σαλεύουν σαν αράχνες
πως να σκοτώσουμε τους σκοτωμένους εξοχώτατοι
           χι - χι - χι


Οι φαντάροι είναι κίτρινοι
τα όπλα στα χέρια τους αλλάζουν και γίνονται δεκανίκια
ύστερα αλλάζουν και γίνονται κεριά
ύστερα αλλάζουν
και δεν υπάρχουν μήτε όπλα μήτε στρατιώτες πια

Οι νεκροί
                  προχωράνε
                                           αμίλητοι
αναποδογυρίζουν τα καμιόνια αναποδογυρίζουν τα τάνκς
πατάνε πάνω στις ξιφολόγχες και τις σάλπιγγες

Επιτεθήτε
χι - χι - χι

Μια γυναίκα ουρλιάζει : γιέ μου
και χύνεται στα πόδια ενός νεκρού
ένας νταμαρτζής φωνάζει
μαζί τους
ένας χτίστης : δολοφόνοι
ένας αχθοφόρος σηκώνει το χέρι του
κι η γροθιά του πελωρια κρέμεται πάνω απ' τα μέγαρα
βοήθεια
μαζί τους
δολοφόνοι
γιέ μου γιέ μου...

Και τότε ξανάρχισε ο άνεμος

Κι ολάκαιρο το πλήθος σάλεψε κι άρχισε να προχωράει
ένα δάσος από σηκωμένες γροθιές
ένα απέραντο βουητό
ειρήνη
ειρήνη

Τα μεγάλα ρολόγια των πολιτειών τρίζουν καθώς σπρώχνουν
           τον χρόνο            
οι χτίστες κατεβαίνουν απ' τις σκαλωσιές και προχωράνε
αυτοί που στρώνουνε τις δημοσιές βάζουν τις αξίνες στους
           ώμους τους και προχωράνε
ειρήνη
ειρήνη

Οι τοίχοι τα σπίτια οι πλατείες οι σταθμοί
κοιτάζουν έκπληχτα αυτό το σκοτεινό πλήθος
που κάνει τον κόσμο να τρέμει
και να ξαναγεννιέται
έρχονται απ' τα ορυχεία απ' τα χαντάκια απ' τους υπονόμους
έρχονται απ'τα βάθη του χρόνου καβάλα 
στους οδοστρωτήρες
ακούστε
αγκομαχάνε οι ρόδες τους σαν την ανάσα της ιστορίας

Οι χωριάτες αρπάζουν τα δικράνια τους και προχωράνε
ο άνεμος βουίζει μες στα στάχια βελάζουν τα μοσκάρια στις
           αυλές
ξύλα κι αξίνες ανεμίζουν στον αέρα
οι  δρόμοι αυτά τα πελώρια λαρύγγια του κόσμου
σφυροκοπάνε από κραυγές
ερχόμαστε
παραμερίστε
κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει 
μεγαλώνει

Μια απέραντη θέρμη απο χιλιάδες χνώτα
τα κεριά λυώνουν μονομιάς στο βάθος των εκκλησιών
τραντάζεται ο θόλος τ' ουρανού απ' τα μεγάλα καρδιοχτύπια
ερχόμαστε από πολύ μακριά
πηγαίνουμε πολύ μακριά
βαδίσαμε μες στη λάσπη και το αίμα
βαδίσαμε πάνω στα κόκκαλα των παιδιών μας
βαδίσαμε χιλιάδες χρόνια για νάρθουμε
φάτσες σημαδεμένες απ' τα οξέα και τις μπαλνταδιές 
           του μέλλοντος
χέρια που παίζουνε σαν παιχνιδάκια τις βαρειές και την τύχη
           του κόσμου
ειρήνη

Σφυρίζουν τα τραίνα
μια μεγάλη βουή απ' όλα τα σημεία του ορίζοντα
χιλιάδες χέρια αδράχνουν και χτυπάνε τις καμπάνες
οι κουλοχέρηδες αρπάζουν με τα δόντια τους και τραβάνε τα
           σκοινιά
οι γυναίκες αρπάζουν τα μωρά τους και τα σηκώνουν ψηλά
           σαν λάβαρα
ο άνεμος φυσάει τα μαλλιά τους
ο άνεμος φυσάει και ξεδιπλώνει σαν σημαίες τα μαλλιά τους
θέλουμε να σπείρουμε
θέλουμε να υφάνουμε
θέλουμε να γεννήσουμε
ειρήνη
ειρήνη

Ο άνεμος σκίζει τα σύννεφα
και πάνω σ' αυτά τα κουρελιασμένα πλήθη
πέφτει ξαφνικά ένας καταράχτης φως
είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί
εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε
είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα
κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο
ειρήνη
ειρήνη
είμαστε οι προλετάριοι

Σαν μια αστράπη το αύριο αυλακώνει τις πρωτεύουσες
οι πολιτείες φαρδαίνουνε σπρωγμένες απ' τους αγκώνες του
           πλήθους
οι περαστικές σκιές πέφτουν τραχειές πάνω στα μέγαρα σαν
           αξίνες
αυτός ο θόρυβος είναι ο σφυγμός ενός πελώριου πυρετού
- θάλεγες πως το ίδιο το μέλλον βαδίζει σήμερα

Οι τυφλοί πίσω απ' το σκοτάδι τους με τρεμέμενα ρουθούνια
μυρίζονται αυτόν τον ήλιο που πάει ν' ανατείλει
είμαστε εμείς που γκρεμιζόμαστε απ' τις σκαλωσιές
εμείς που μας θάβουν οι στοές των ορυχείων
εμείς που πέφτουμε ουρλιάζοντας μες τα λυωμένα μέταλλα
ειρήνη
ειρήνη
ο άνεμος που σας παρασέρνει απόψε
έρχεται απ' τα χνώτα μας και τα φυσερά μας

Χιλιάδες άνθρωποι προχωράνε
βλοσυροί
χοντροκομμένοι
βρώμικοι
μην πιστεύοντας στο Θεό
κουβαλώντας σαν ένα καινούργιο πελώριο Θεό
τη δύναμη τους
είμαστε εμείς που κλαίμε σ' όλες τις γωνιές του κόσμου
εμείς που βλαστημάμε όλα τα ιερά του κόσμου
είμαστε εμείς που τραγουδάμε σ' όλες τις γλώσσες του
           κόσμου
ειρήνη
ειρήνη

Προχωράνε απ' όλα τα σημεία της γης
με τις χοντρές πατούσες τους γκρεμίζοντας τα σύνορα
με τα σκληρά ροζασμένα χέρια τους σχεδιάζοντας πάνω στο
           κόκκινον ορίζοντα
τις φαρδειές χειρονομίες ενός καινούργιου πεπρωμένου

Και πίσω έρχεται ο άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος βουίζοντας
ειρήνη
ειρήνη


Ε  ι  ρ  ή  ν  η

          


Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Tάσος Λειβαδίτης, Η Δίκη


ORSON WELLES   The Trial,  1962


(Ποιήματα 1958-1964, Κέδρος, 1984)

Ήταν οι μέρες εκείνης της περίεργης δίκης που έκανε τόσο 
θόρυβο.
Απ΄  το πρωί κόσμος πολύς συνωστιζόταν στη μεγάλη αίθου-
σα και τους διαδρόμους,
και παρ΄ όλο που έβρεχε κι άλλος κόσμος στα πεζοδρόμια,
πολλά τετράγωνα γύρω. Καθένας θυμόταν τη ζωή του. 
Πολλοί κλαίγανε.  
Άλλοι ήταν πιωμένοι και βλαστημούσαν. 
Μα όταν ήρθε η στιγμή και μπήκαν οι
δικαστές
έγινε απέραντη ησυχία. 
Και σε λίγο, ύστερ΄ από κάπως σύντομη, βέβαια, διαδικασία,
έβγαινε η απόφαση. 

Πρόδωσες: θάνατος, 

ακούστηκε η αμείλιχτη φωνή της δικαιοσύνης.

Ένα  κύμα ανακούφισης πέρασε πάνω απ΄ το πλήθος. 
Μακριά ακούστηκαν καμπάνες,
ίσως ακόμα και βελάσματα. 
Μα πάλι όλα πάψανε ξαφνικά
σα βγήκε η δεύτερη απόφαση.

Δεν πρόδωσες:θάνατος, 

ακούστηκε ξανά η αμείλιχτη φωνή  της δικαιοσύνης.
Κι άρχισε τότε η μια απόφαση ν΄ ακολουθεί την άλλη.

Μίσησες: θάνατος. 
Αγάπησες: θάνατος. 
Αρνήθηκες: θάνατος. 
Υπάκουσες:  θάνατος.

Και περνούσαμ΄ ένας-ένας μπροστά απ΄ τους δικαστές
που ύστερ’ απ΄ την στερεότυπη, μικρή διαδικασία
βγάζανε την απόφαση.

Δείλιασες: θάνατος. 
Τόλμησες: θάνατος.
Αδίκησες: θάνατος. 
Συγχώρεσες: θάνατος.

Και γυρίζαμε στα σπίτια μας και το ζεστό μας δείπνο
ήσυχοι πως ξοφλήσαμε το χρέος μας
μ΄  αυτή την καταδίκη.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Tάσος Λειβαδίτης, Τα Μοναχικά Βήματα

GIANNIS KIRIAKOS   SPAIN, Donostia - San Sebastian, 2006 (Photovanity)



Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ' τα χρόνια...

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα...

Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.

Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.

Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ' το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ' τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.

Όλα θολά συγκεχυμένα... Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση... ποιοί είμαστε; ... άγνωστο... και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ' τον αληθινό εαυτό μας.

Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.

Το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου... μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;

Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους... μείναμε στη μέση... η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ' όλα τα ρολόγια.

Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;

Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της...

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε... μια θλίψη τ' απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ' όλη τη ζωή.

Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ' ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία, τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ' αλησμόνητο πρωινό.

Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.

Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ' έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες...

Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα...

Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση... ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ' ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική...

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Tάσος Λειβαδίτης, Νυχτερινός άνεμος

ALBERT BLOCH    Windy Night Sky,  1944
 

(Από τη συλλογή Βιολέτες για μια εποχή, 1985)


Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί 
       ένας λόγος αληθινός 
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων 
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού 
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν 
         τον κήπο 
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος 
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπάριο 
παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο 
ω λησμονιά...

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Tάσος Λειβαδίτης, Ο Επίλογος

M. C, Esher   Eye  1946

Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
……χωρίς λόγια ή και χωρίς να υπάρχουμε καν — όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
……η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
……και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε, με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
……εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
……ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
……ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα
……— στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
……ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.

Tάσος Λειβαδίτης, Xοιροστάσιο

The Mirny Diamond Mine, In Mirny, Sakha Republic, Eastern Siberia, Russia
                                        
  (Από την Ποίηση. Tόμος Δεύτερος 1972-1977)

Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ' έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.
    Kι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ' όλα αξιαγάπητος κύριος.