Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποταμιανος Γιαννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποταμιανος Γιαννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Ποταμιανός,17 Νοέμβρη: Η νύχτα της οργής


Πηγή: Στο μετέωρο βήμα της ποίησης Γιάννης Ποταμιανός






3 Ιουνίου 2009 )



Η νύχτα ήταν, που άνθισαν οι άνθρωποι,
σαν νυχτολούλουδα, σαν γιασεμιά,
και μοσχοβόλησαν οι δρόμοι
Η νύχτα ήταν, που τη λευτεριά μετρούσαμε,
με την αγρύπνια μας και την αποκοτιά μας.
Ταμπουρωμένοι σε φωτιές,
σε κάγκελα, σε δένδρα, σε λουλούδια

Αψηφώντας τις σφαίρες και τα δακρυγόνα.
Μα ο λοχίας πρόταξε το όπλο του,
και με ριπές καλώς υπολογισμένες
άνοιξε το δρόμο στις ερπύστριες.

Διαλύοντας τις καγκελόπορτες
μαζί με τις ελπίδες μας,

στης πόρτας το πέτρινο πεζούλι.

Και γέμισαν οι δρόμοι νιάτα,
λουλούδια κατακόκκινα
στα λαβωμένα στήθη,
κραυγές και πόνο.

Και αίμα πολύ πλημμύρισε τα πάρκα,
πνίγοντας τους σπόρους,
που περίμεναν την άνοιξη ν’ ανθίσουν.

Και βγήκαν στη νύχτα τα τρωκτικά
που ελλόχευαν στα υπόγεια, της εξουσίας.
Οι φονιάδες ανθρώπων,
προσδοκιών και ονείρων.

Και προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα
φωνάζοντας τους φίλους μας,
ψάχνοντας για το πρόσωπό μας,
Στα σκοτεινά στενά των Εξαρχείων
Δρασκελίζοντας,
Τοίχους, αυλές,
φωταγωγούς και υπόγεια

Και προχωρούσαμε προς την αυγή
έρποντας
Ανάμεσα σε θλιβερά συντρίμμια,
Πίσω από οδοφράγματα
σε έρημους δρόμους
σέρνοντας τους τραυματίες μας.
Κυνηγημένοι,
από φονιάδες με στιλέτα,
από χαφιέδες με καδρόνια.
Μπερδεύοντας το καρδιοχτύπι μας,
με τις ριπές των πολυβόλων

Και προχωρούσαμε προς την ελπίδα
Αφήνοντας πίσω βοτσαλάκια,
τους νεκρούς μας
Φαναράκια της επιστροφής,
που μας φωτίζουν ακόμα.
Δείχνοντας του χρέους μας το δρόμο.

Μέχρι που στο βλέφαρο του φεγγαριού
Αργοκύλησε ένα δάκρυ
Και στο βάθος πρόβαλε η αυγή
κατακόκκινη από αίμα.

Τώρα μπροστά στο χάλκινο κεφάλι,
που ταριχεύτηκε η ιστορία,
Μας περιπαίζουν κόμματα και νεολαίες
εκφωνώντας λόγους πανηγυρικούς.
Στα μάρμαρα των αγαλμάτων
χάθηκαν τα πρόσωπα των νεκρών μας.
Πίσω από τα δάφνινα στεφάνια
των τελετών της εξουσίας

Όμως εμείς με τα μάτια υγρά ταξιδεμένα
Ανεμίζουμε σημαίες νίκης
Γιατί τα όπλα δεν υπόταξαν τα νιάτα
Τροχίζουμε το μαχαίρι μας στην μνήμη
Να μετρηθεί με την λησμονιά
Τροχίζουμε το μαχαίρι μας
στους δρόμους της Αθήνας
Να μετρηθεί με την ιστορία

Σηκώνουμε το ανάστημά μας
που κάποτε ζήλεψε ο χάρος
Αυτό που δεν κόντυνε
ο συμβιβασμός των επιγόνων.
Και ζητάμε πάλι
Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία
Και ζητάμε πάλι
Δικαιοσύνη ενάντια στο Δίκαιο
Που την ανισότητα δικαιώνει.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Γιάννης Ποταμιανός, Πολυτεχνείο για πάντα

ΤΑΣΣΟΣ (Αναστάσιος Αλεβίζος)  Αγωνιστές. Λεπτομέρεια από τη σύνθεση 17 Νοεμβρίου 1973 για το Πολυτεχνείο.
( 7 Νοέμβρη 2010 )

Ναι, τη νύχτα εκείνη
            μοσχοβόλησαν τα όνειρα
Οι άνθρωποι έγιναν ψηλότεροι
Καθώς καβάλησε η αποκοτιά
            τ’ αφηνιασμένο άτι
Χέρι με χέρι πορεύτηκε το όνειρο
                                   κι’ η ελπίδα
Ναι, έτσι γράφεται η ιστορία
            καβάλα στην απόγνωση          
Όταν χύνεται το αίμα
            απ’ τις φλέβες μας
και κοκκινίζει το πλακόστρωτο
Ναι, έτσι κατακτιέται το δίκιο
Σαν φτύνεις τη χαμέρπεια
Σαν αντιστέκεσαι στις ύαινες,
που ροκανίζουν τη λεβεντιά
Ναι, έπεσαν οι μάσκες
                         εκείνη τη νύχτα
κι’ έμενε ο καθείς με γυμνό
                         το πρόσωπό του
Κι’ έμεινε ο καθείς μόνος
                          μπρός στο χρέος του
Φρουρός στις Θερμοπύλες
Ναι, τότε ήταν που γράφτηκε
                          η ιστορία
Μελάνι ανεξίτηλο στο κούτελο
                          του μέλλοντος
Ναι, είμαι περήφανος που πίστεψα
                           στο όνειρο
Κι’ ας έμεινε όνειρο, ακόμα
Ήταν όμορφη η έφοδος στ’ αστέρια
                           το βράδυ εκείνο
Κι’ ας έκλαψε το φεγγάρι
Ας μούσκεψαν με αίμα και δάκρια
                           τα γένια μας
Εμείς με τ’ όνειρο καλά κρυμμένο
                           στο αμπέχονο
δραπετεύαμε προς το μέλλον
Καθώς, με το σημάδι κατακούτελα
και τους νεκρούς μας 
                            παραμάσχαλα
ανηφορίζαμε την Ιστορία
ΤΑΣΣΟΣ (Αναστάσιος Αλεβίζος)  Αγωνιστές, 1973