Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχθος Αρουρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχθος Αρουρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

'Αχθος Αρούρης* (ψευδώνυμο του Νίκου Σαραντάκου / 1903-1977), Του Πολυτεχνείου

 



Ανέκδοτο, Π. Φάληρο Δεκέμβριος 1973


Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ' απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ' αυγά με τις πορδές!


Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
—Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!


— Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά 'θελες αγόρι;
— Θά 'θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω...


Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν' αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν... και αν...
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία...
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)


Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ' στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

'Αχθος Αρούρης* (ψευδώνυμο του Νίκου Σαραντάκου / 1903-1977), Γέννησις

LYND WARD   Prelude to a Million Years,  1933

*'Αχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει "βάρος της γης", παναπεί άχρηστος άνθρωπος

(Σάμος, 24.12.1937)


'Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχή
στους τσίγκους των καταστημάτων.
Και σα βουβό παράπονο μέσ' στην καρδιά μας αντηχεί
που άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχή
κι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.

Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-
ζητεί να μάθει την αιτία
που μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούς
που μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούς
γεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.

Τάχατες τ' άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννά
δεν τα βαραίνει σαν κατάρα,
νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνά
ή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ' όνειρα αγνά
χωρίς καμμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;

Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιά
και τέτοια δίδαξες θρησκεία;
Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιά
κι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιά
κι απ' την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.
'Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικό
κι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.
'Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκό
που μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακό
κι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.

Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείς
θεούς, που μας πονούσαν τόσο
και ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,
νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκειάς και διάφανης κι απλής
και μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.
Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανού
μια φοβερή έφερες εικόνα
ενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινού
κι είπες πως είν' αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνού
και της κοπέλλας τ' όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.

Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχή
και σκότωσες την ευτυχία.
Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,
κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχή
είναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.

Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριά
και των ναών σου το ημίφως.
Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.
Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριά
και οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.

Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιά
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυά
κι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.

'Αχθος Αρούρης* (ψευδώνυμο του Νίκου Σαραντάκου / 1903-1977), Ο εργοστασιάρχης στον Παράδεισο


LYND WARD  God's Man, 1929

* 'Αχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει "βάρος της γης", παναπεί άχρηστος άνθρωπος

(Τρίβολος, 23.6.1933)

'Αη Πέτρο! βγάλ' το καντινάτσο,
τράβα την πόρτα στα καρούλια
κι άνοιχ' τη διάπλατη να μπω.
Συγχωροχάρτια φέρνω μάτσο
για φαγωμένα μεροδούλια
κι ό,τι σημάδι μου θαμπό
το καθαρίσαν οι παπάδες
με λειτουργιές και με λαμπάδες.
Κι αν έκανα σα νέος τρέλλες
κι αν παραγλέντησα με νιές,
(δεν είμαστε όλοι μας Χριστοί)
λογάριασε πόσες κοπέλες
που τσ' είχα "μεταχειριστεί"
τις βόλεψα με προξενιές
κι έδωκα προίκα μετρητή
σ' αυτές και στον προξενητή.
'Εκανα κάμποσα καλά
στη ζήση μου την περασμένη
και τώρα πού' ρθα εδώ ψηλά
με γέλιο καλωσόρισέ με
ψήσε καφέ και κέρασέ με,
κι αφού πια τίποτα δε μένει
Αη Πέτρο, βγαλ' το καντινάτσο
στο πλάι του Χριστού να κάτσω.

'Αχθος Αρούρης* (ψευδώνυμο του Νίκου Σαραντάκου / 1903-1977), Του Πονηρού

WASSILY KANDINSKY    Sky Blue,  1940


*'Αχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει "βάρος της γης", παναπεί άχρηστος άνθρωπος.

Δημοσιεύτηκε στο φ. 128  στη σατιρική εφημερίδα «Τρίβολος»  Μυτιλήνης(15.6.1934).


Ελέησέ με ο Θεός, κατά το ελεό σου
έτσι που έσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Είμαι, θαρρώ, Θε μου κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με κάτασπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
όπως που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
να βρουν θέλω τα κότσια μου δικαίωση.
Τι ναν την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι;
Θεούλη μου σε βεβαιώ δε με πειράζει
την πονεμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου.

Αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
ήλιο και φως αληθινό
λίγα λουλούδια και δυο τρεις αυγούλες ροδαλές
και τη χαρά ναν τη χαρεί μέσα στο γήινο ουρανό.
«Τα περισσά του πονηρού εστίν», όπως το λες.