Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Μίλτος Σαχτούρης, Ὁ σωτήρας

Hands, stenciled at the Cueva de las Manos, Río Pinturas, Santa Cruz, Argentina

Απὸ τὴ συλλογή
Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ ( 1945)

Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

Πέτερ Χάντκε, Το τραγούδι της παιδικής ηλικίας


WIM WENDERS "Wings of Desire 1987


Επιμέλεια: Μαρία Λυδία Κυριακίδου ( Apodyoptes)

«Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι, το ποτάμι
να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
το έσκαγε τρέχοντας,
είχε «κορυφή» στα μαλλιά,
και δεν έκανε καμμία γκριμάτσα όταν φωτογραφιζόταν.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν η ώρα για αυτά τα ερωτήματα:
Γιατί είμαι εγώ, και γιατί δεν ειμαι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ, και όχι εκει;
Πότε ξεκίνησε ο χρόνος και πού τελειώνει το διάστημα;
Δεν είναι η ζωή κάτω από τον ήλιο απλώς ένα όνειρο;
Είναι μήπως αυτό που βλέπω και ακούω και μυρίζω μόνο μια παραίσθηση ενός κόσμου πριν τον κόσμο;

Έχοντας υπόψη «τo κακό» και τους ανθρώπους υπάρχει αυτό που λέμε «κακό» πραγματικά;
Πώς γίνεται να είμαι εγώ, έτσι όπως είμαι,
και να μην υπήρχα πριν γίνω αυτό που είμαι
και ότι κάποια μέρα, εγώ, οπως είμαι,
δεν θα είμαι πλέον αυτός που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και δεν είναι μόνο επειδή «πρέπει».

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ένα ξένο κρεβάτι,
και τώρα κάνει το ίδιο ξανά και ξανά.
Πολλοί άνθρωποι, τότε, φαινόντουσαν όμορφοι,
τώρα όμως πολύ λίγοι, από καθαρή τύχη.

Είχε πλάσει στο μυαλό του μια σαφή εικόνα του παραδείσου,
ενώ τώρα το πολύ μπορεί να μαντέψει,
δεν μπορούσε τότε ούτε να διανοηθεί τη «μηδαμινότητα»
ανατριχιάζει, όμως, σήμερα στη σκέψη αυτή.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμο όπως και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για τη δουλειά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο,
…ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα, όπως μόνο τα μούρα τα γεμιζαν
και ακόμη και τώρα έτσι κάνουν
φρέσκα καρύδια του «έγδερναν» τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι,
για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη πόλη,
και εξακολουθεί να είναι έτσι.

Έφθανε για τα κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων
με ένα ενθουσιασμό που έχει ακόμη και σήμερα,
νοιώθει συνεσταλμένος σε αγνώστους,
και το νοιώθει ακόμη και τώρα.

Περίμενε το πρώτο χιόνι,
και το περιμένει ετσι ακόμη και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ’ένα δέντρο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.

==========================================================================================

Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
περπατούσε με κρεμασμένους ώμους,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι ρέμα πελώριο, πλατύ
και η λακκούβα αυτή με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι είναι παιδί,
όλα τα πράγματα το γέμιζαν χαρά
και όλες οι χαρές ήτανε μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε γνώμη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά στα πόδια του
και άρχιζε ξαφνικά από το τίποτα να τρέχει,
είχε στα μαλλιά μια κορφή
και δεν έπαιρνε ύφος στις φωτογραφίες.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ήταν η εποχή για τις εξής απορίες:
Γιατί αυτός είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πότε άρχισε ο χρόνος και πού τελειώνει ο κόσμος;
Μην είναι άραγε μόνο ένα όνειρο η ζωή στη γη;
Μην είναι ό,τι βλέπω και ακούω και μυρίζω
μόνο το είδωλο ενός κόσμου πριν τον κόσμο;
Υπάρχει αλήθεια τo Κακό και άνθρωποι
που είναι πραγματικά κακοί;
Πώς γίνεται, εγώ, που υπάρχω,
να μην υπήρχα πριν να υπάρξω
και πώς μια μέρα εγώ, που είμαι,
δεν θα είμαι πια αυτός που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
του έφερνε αναγούλα το σπανάκι, ο αρακάς, το ρυζόγαλο
και το βραστό κουνουπίδι,
τώρα όμως τα τρώει όλ’ αυτά –όχι μόνο γιατί πρέπει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ξένο κρεβάτι,
τώρα όμως νομίζει πως ξυπνάει συνέχεια σε ξένο·
πολλοί άνθρωποι του φαίνονταν όμορφοι,
τώρα όμως του μοιάζει ευτύχημα να δει ωραίους ανθρώπους·
είχε μια καθαρή εικόνα για τον Παράδεισο,
που τώρα έχει απομείνει μια μάλλον θολή υποψία·
του ήταν αδύνατον να διανοηθεί το Τίποτα,
ενώ τώρα ανατριχιάζει με τη σκέψη.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε μ’ ενθουσιασμό,
ενώ σήμερα αισθάνεται δοσμένο σε ένα πράγμα όπως τότε,
μόνο όταν αυτό το πράγμα είναι η δουλειά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
του έφτανε ένα μήλο, λίγο ψωμί
και το ίδιο είναι και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα μούρα βάραιναν στη χούφτα του μόνο σαν μούρα
και το ίδιο είναι και τώρα·
η γλώσσα του γινότανε στυφή απ’ τα χλωρά καρύδια
όπως και τώρα,
σε καθεμιά βουνοκορφή
ένιωθε μια λαχτάρα για μια ακόμα πιο ψηλή,
σε κάθε πόλη λαχταρούσε
μια ακόμα πιο μεγάλη
και το ίδιο είναι και τώρα.
Σκαρφάλωνε να φτάσει τα κεράσια της ψηλότερης κορφής με μια τρελή χαρά
και το ίδιο παραμένει και τώρα·
είχε για τους αγνώστους την ίδια ντροπή
που νιώθει και τώρα·
περίμενε το πρώτο χιόνι,
όπως το περιμένει και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
σημάδεψε το δέντρο μ’ ένα ξύλο μακρύ,
που εκεί πάλλεται ακόμα και τώρα.

Τάσος Λειβαδίτης, Σύμβολο πίστεως

 


(Τάσος Λειβαδίτης - Σύμβολο Πίστεως - Φώτης Αρμένης)


Πιστεύω σε κείνον που χτίζεικι αγεροκρέμεται μες στον ουρανόσαν Θεός και κατευνάζει το χάος,

πιστεύω σε κείνον που θερίζει και το δρεπάνι το κυματίζει 

ολόφωτο σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου,

πιστεύω σε κείνον που αγαπάειόπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,

πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει και ζητάει με δάκρυα 

να τον συγχωρέσουν

πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει και συγχωράει μοναχός τον εαυτό του και προχωράει,

πιστεύω στη μέρα που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως

πιστεύω και στη νύχτα που σου ξαναδίνει τα πράγματα 

μες στην καρδιά σου,

πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνοστις μέλισσες με τα παιδιά

πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τουςσαν τους ραψωδούςέξω απ’ το παραθύρι σουτραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας,

πιστεύω και στη σιωπή,
Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός, που ταξιδεύω πάνω του

χωρίς χάρτες και τιμόνιαμε μόνο την καρδιά μου για οδηγό,

γιατί η αγάπη που ’χω μέσα μου μπορεί 

κι ένα ακυβέρνητο καράβι να το οδηγήσει στο δρόμο το σωστό,

πιστεύω και στον ανθρωπάκοστη γωνιά του δρόμου, που βγάζει το καπέλο του και χαιρετάει ταπεινά

την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν.

Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.

Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτεςτους ήρωεςτους ποιητές, που αλλάζουνε με μια χειρονομία τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα

Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο,

πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σα σημαία την καρδιά σου 

και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος.

Πιστεύω στο άπειρο

μπορώ να κάθομαι ώρες να διαβάζω τον ουρανό,

τα χείλη μου είναι βαριά απ’ την κερήθρα των άστρων

και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο άγνωστο,

πιστεύω και στη γλυκιά ετούτη γηγεμάτη μαχαιρώματα 

και ζεστούς γυναικείους κόρφους,

πιστεύω στο χώμα που πατάω και που με καρτερεί

κει κάτωμες στη σκοτεινιάόπου σαλεύουν οι ρίζες

κοιμούνται οι νεκροί και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά,

πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω,

Αμήν.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Wilfred Owen, Dulce et Decorum Est

THOMAS DELLERT, Dulce et Decorum Est Pro patria mori ( 2018 )

( Το Dulce et decorum est pro patria mori[a] είναι στίχος από τις Ωδές (III.2.13) του Ρωμαίου λυρικού ποιητή Οράτιου. ) 


Καμπουριασμένοι όλοι πίσω από σακιά

σαν στραβοκάνηδες ζητιάνοι βλαστημάμε

μέχρι το γόνατο έχει φτάσει η λασπουριά

βήχουμε σαν φυματικοί. Και ξεκινάμε.

Άνδρες βαδίζουν κούτσα κούτσα κοιμισμένοι

Πολλοί έχουν χάσει πια ακόμα και τις μπότες

ξέπνοοι άλλοι και στο αίμα ποτισμένοι,

άλλοι τυφλοί, όλοι ταλαίπωροι στρατιώτες.

Βάδην με πλάτη στις δεινές φωτοβολίδες

αχ τα ξεκούραστα μετόπισθεν μας γιάνουν

κουφοί στο σφύριγμα που κάνουν οι οβίδες

ξεπερασμένες, κουρασμένες, δε μας φτάνουν.


Αέρια! Γρήγορα τις μάσκες σας παιδιά

τι πανικός μες στο σκοτάδι άντε βρες τη

κάποιος δεν πρόλαβε, ουρλιάζει, ασφηκτιά

και σπαρταράει σαν να 'χει πέσει στον ασβέστη.

Μέσ' απ' το πράσινο της μάσκας μου γυαλί

δείχνει θαμπός, σαν σ' ένα πράσινο βυθό!

Στα ονείρατά μου, γοερά παρακαλεί

τα χέρια απλώνει, κι εγώ ανήμπορος κοιτώ.


Κι εσύ, στον ίδιο εφιάλτη, αν περπατούσες

πίσω απ' το κάρο που κουβάλαγε φορεία

να σπαρταράνε, άσπρα τα μάτια, αν τα θωρούσες

λες και ο διάολος δε χόρταινε αμαρτία

σε κάθε φτύμα του αν άκουγες το αίμα

σπασμωδικά απ’ τα πνευμόνια να ανεβαίνει

σαν τον καρκίνο αισχρό, μαύρο, πικρό σα φλέμα

αφρός να χύνεται απ’ το στόμα του στο γένι

Με τόση ζέση φίλε μου δε θε να 'λες

στο διψασμένο για μια στάλα δόξα αγόρι

το αρχαίο ψέμα 

Dulce et Decorum Est

Pro patria mori.

Είναι γλυκό και ένδοξο να πεθαίνεις για την πατρίδα. )


Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Μανώλης Αναγνωστάκης, Ο Πόλεμος

Πηγή: κεγ


OTTO DIX,  Triptychon Der Krieg (War Triptych), 1929-1932

Από την ποιητική συλλογή «Εποχές» 1945

Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνιαΈχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες       πέφτουνε γραμμή.
Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα.«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε απ’ ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και νά που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.Αύριο είναι Κυριακή.
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσειΚαι ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφέςΎστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές

Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Αντόνιο Ματσάδο, «Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος…»


Πηγή: ΤοΠοτηρητής

CAVALLARO MARTEGANI - The Passerby Print


(μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης)


Όλα περνούν κι όλα μένουν,

αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται

από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε

κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν

κι αμέσως να σπάνε…

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…

Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι

μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι

που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα. 

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

Κωστούλας Μητροπούλου, 1050 χιλιόκυκλοι




(1974).

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σούστειλε ένα μήνυμα, μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.

«Εδώ Πολυτεχνείο ,εδώ Πολυτεχνείο!»
Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.

Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,

πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες. 

Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής, Το Ελικόπτερο

 



Ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής ήταν παρών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973 και τα ποιήματα που περιλαμβάνει η ποιητική συλλογή "Ρεπορτάζ από ένα ζεστό Νοέβρη" τα έγραψε εν θερμώ, εκείνες τις μέρες. Η συλλογή κυκλοφόρησε σε καμιά δεκαριά χειρόγραφα αντίτυπα χέρι με χέρι, παράνομα, αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης. Μετά τη μεταπολίτευση εκδόθηκε σε κανονικό βιβλίο από τον Κέδρο και σε δεύτερη έκδοση το 1983 από τη Σύγχρονη Εποχή, κυκλοφορεί ακόμη, σε τρίτη έκδοση, από την Σύγχρονη Εποχή.


Ένα μεγάλο κουνούπι ζουζουνίζει πάνω απ' τα κεφάλια μας:

«Η Αθήνα παρουσιάζει όψιν θλιβεράν...»

 

Κόβει βόλτες πάνω απ' τις ταράτσες,

πάνω απ’ τα αναποδογυρισμένα λεωφορεία

με τις μεγάλες διαφημιστικές επιγραφές:

«ο θαυμαστός κόσμος των ζώων!»

 

Το μεγάλο κουνούπι

σαν να κουβαλάει όλες τις αρρώστιες του κόσμου

πότε - πότε λαμπίζει στον ήλιο.

«Η πόλις θυμίζει Δεκεμβριανά...»

Ζουζουνίζει το κουνούπι

βγαλμένο από τα μόνιμα μολυσμένα έλη

περνάει ξυστά τις ταράτσες, τις βεράντες,

φαίνεται το κεφάλι του οπερατέρ

που παίρνει υλικό για την τηλεόραση.

«Εικόνα βανδαλισμών, καταστροφή ξένης περιουσίας!»

 

Αυτή η φράση θα βάλει κάποια τάξη.

Περιουσία.

Ιδιοκτησία.

Το κουνούπι πηγαινοέρχεται.

Κι ο ήλιος δεν κάνει τίποτα!

Θα πεις, τι μπορεί να κάνει ο ήλιος;

(Μα θα μπορούσε να κάψει δυνατά

να πάρει φωτιά το κουνούπι να γκρεμιστεί

να μη γυρίζει πάνω απ' την αγρύπνια μας!)

 

«Η πόλις εισέρχεται εις την συνήθη ζωήν και κίνησιν...»

Το κουνούπι χάνεται στον ήλιο...

«Μην ξεχάσεις να φωνάξεις τον τζαμά».

«Τα αίματα βγαίνουν με νερό. Να, έτσι...»

«Καλά που είχα παρκάρει το αμάξι μου στους Αμπελοκή­πους!»

 

«Εις ολόκληρον την χώραν απεκατεστάθη η τάξις».

Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής, Μικρή ομάς αναρχικών


 Ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής ήταν παρών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973 και τα ποιήματα που περιλαμβάνει η ποιητική συλλογή "Ρεπορτάζ από ένα ζεστό Νοέβρη" τα έγραψε εν θερμώ, εκείνες τις μέρες. Η συλλογή κυκλοφόρησε σε καμιά δεκαριά χειρόγραφα αντίτυπα χέρι με χέρι, παράνομα, αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης. Μετά τη μεταπολίτευση εκδόθηκε σε κανονικό βιβλίο από τον Κέδρο και σε δεύτερη έκδοση το 1983 από τη Σύγχρονη Εποχή. κυκλοφορεί ακόμη, σε τρίτη έκδοση, από την Σύγχρονη Εποχή.


«Μικρή ομάς αναρχικών εξεμεταλλεύθη...»

 

Θα βρούνε δυο - τρεις εργάτες να πιάσουν,

πρέπει, οπωσδήποτε,

γιατί οι πολίτες θύμωσαν:

«Τα παιδιά, οι σπουδαστές μας, τα καλύτερα παιδιά μας!»

Γι' αυτό ο νόμος πήρε διαταγή

να μαζέψει κι άλλους εργάτες, πρωί - πρωί.

«Ε, συ! Ταυτότητα!»

Πρέπει ν' αλλάξει η σύνθεση των συλληφθέντων,

να υπάρχουν πολλοί οικοδόμοι, ηλεκτρολόγοι, άνεργοι,

να ξεχάσει ο κόσμος «τα καλύτερα παιδιά μας».

Να φοβηθεί.

Να μαζευτεί.

 

«Μικρή ομάς αναρχικών

αναμεμειγμένη μεταξύ των σπουδαστών...»

 

Άρχισε να χιονίζει.