Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Νίκος Καββαδίας, Αντινομία

                   OCTAVIO OCAMBO  Absents of the Mermaid


Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές
στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει
Θαλασσοκόρη του βυθού χίλιες οργιές
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό

που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε το αλάτι
μα εσύ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεργιανό το γητευτή τον απελάτη

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί

και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τ' άσπρο χαλίκι

Νίκος Καββαδίας, A bord de l' aspasia



Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία
πάντα στο ντεκ σε μια σεζ-λονγκ πεσμένη κάτωχρη
απ' τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν

μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες
σ' ό,τι σου λέγαν πικρογέλαγες γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες

Κάποια βραδιά που από το Στρόμπολι περνούσαμε

είπες σε κάποιο γελαστή σε τόνο αστείου:
«Πώς μοιάζει τ' άρρωστο κορμί μου καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!»

Ύστερα σ' είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες

μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω
Κι εγώ που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω

Νίκος Καββαδίας, Πικρία

VINCENT van GOGH     Sorrow  1882


Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους την ταρίφα. 

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιριασμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου. 

Ο,τι αγαπούσα αρνήθηκα γιά το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι. 

Τον πυρετό στους τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μιά νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μού 'δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και ''σε πονάει με τη νοτιά;'' - Οχι, απ' αλλού πονάω. 

Του τρατολόγου τον καϋμό, του ναύτη την ορφάνεια,
του καραβιού που κάθησε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που 'χα για περηφάνεια,
γιά σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη. 

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυό και πως να το ματίσω;
Κατακαϋμένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια. 

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυό μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σ' αντίκρυσε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια. 


Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Νίκος Καββαδίας, Κι αυτὸς χαμογελάει...

FRANCISCO GOYA   Young people laughing, 1823




(Δημοσιεύτηκε στὸ δεύτερο φύλλο τού «Διανοούμενου»,
τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1929, στὴν σελίδα 8 που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας)


Γνωρίζω κάποιον κύριο ποὺ ηλίθιο τὸν νομίζουν,
γιατὶ, παράξενα μιλεί κι ένα μονόκλ φοράει,
γιατὶ, συχνάζει μ᾿ άσεμνες καὶ θλιβερὲς γυναίκες
καὶ γιατὶ πάντα ότι τού πείς αυτὸς χαμογελάει.

Ποὺ στέκει ώρες αμίλητος καὶ σὰν αφηρημένος,
καὶ ποὺ όταν, τί έχει τὸν ρωτούν οι φίλοι μ᾿ απορία
αυτὸς κυττάζοντας αλλού αρχίζει νὰ διηγιέται
ή μίαν αίσχρὴν ή μία πολὺ παράξενη ἱστορία.

Γιὰ μίαν εταίρα υστερικὴ ποὺ ζεί κι όλο πεθαίνει,
γιὰ έναν τρελλὸ όπου ζητάει νάβρῃ τ᾿ όνειρό του,
γιὰ κάποιο γέρο ποὺ αγαπάει μ᾿ ανάστροφην αγάπη,
γιὰ μία γκριμάτσα τραγικὴ κάποιου χλωμού Πιερρότου.

... Ξέρω ένα νέο ποὺ οι φίλοι του ηλίθιο τὸν νομίζουν,
γιατὶ γιὰ πράγματα πολὺ περίεργα μιλάει
κι όσες φορὲς πασχίζουνε νὰ τόνε συμβουλεύσουν
κυττά μὲ περιφρόνηση καὶ θλιβερὰ γελάει ...

Νίκος Καββαδίας, Σπουδαστές

Μαχητική διαδήλωση των σπουδαστών της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης να διαλύσει τη σχολή τους 1960-1967

(Δημοσιεύτηκε στὴν «Πανσπουδαστικὴ» λίγο πρὶν απὸ τὸ πραξικόπημα τού 1967)


Σάς είδα κάτου απὸ τὴν πύρινη βροχὴ
μὲ τὰ πλακὰτ καὶ τὰ σκουτιὰ τὰ ματωμένα
εσάς ποὺ κάματε τὴ δύσκολην ἀρχὴ
κείνα τὰ χρόνια τὰ βαριὰ τὰ κολασμένα.
Σήμερα βλέπω τὰ δικά σας τὰ παιδιὰ
σμάρι πηχτὸ μὲς στού πελάγου τὴ (σπι)λιάδα.
Πάντα κατάντικρα στὴν κάθε αναποδιὰ
καὶ σ᾿ όσους πάνε νὰ σταυρώσουν τὴν Ελλάδα.

Νίκος Καββαδίας, Aθήνα 1943

ΛΟΥΚΙΑ ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ    Η κατοχική πείνα στην Αθήνα, 1943



(Δημοσιεύτηκε στὸ παράνομο περιοδικὸ «Πρωτοπόροι»,
τὸν Δεκέμβριο τού 1943 μὲ τὸ ψευδώνυμο Α. Ταπεινός)


Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφὲς
τρανὰ τὴν ώρα διαλαλούν τὴν ορισμένη.
Αγέρας πνέει βορεινὸς απ᾿ τὶς κορφὲς
κι αργοσαλεύουνε στὰ πάρκα οι κρεμασμένοι.
Μὲς στὴν Αθήνα όλα τὰ πρόσωπα βουβὰ
καὶ περπατάν αργὰ στοὺς δρόμους «εν κινδύνω»
ως τὶς εφτὰ ποὺ θ᾿ ακουστεῖ «Σιστὰς Μοσκβὰ»
καὶ στὶς οχτὼ (βαλ᾿ τὸ σιγὰ) «Εδῶ Λονδίνο».
Φύσα ταχιὰ σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ᾿ τὴν Κριμαία.
Κατὰ τετράδας πάν στὸ δρόμο οι γερμανοὶ
κάτου απὸ μαύρη, κακορίζικη σημαία.
Μήνα τὸ μήνα καὶ πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα τὴν ώρα καὶ φουντώνει τὸ μελίσι
ως τὴ στιγμὴ ποὺ μὲς στοὺς δρόμους θ᾿ ακουστεί
η μουσικὴ ποὺ κάθε στόμα θὰ λαλήσει.

Νίκος Καββαδίας, Αγαπάω

PAUL DELVAUX    Popular Cry 1948


(Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ελληνικῆς Εγκυκλοπαίδειας,
τού Παύλου Δρανδάκη, αρ. 173, 10 Μαρτίου 1929)


Αγαπάω τ᾿ ότι θλιμμένο στὸν κόσμο.
Τὰ θολὰ τὰ ματάκια, τοὺς αρρώστους ανθρώπους,
τὰ ξερὰ γυμνὰ δέντρα καὶ τὰ έρημα πάρκα,
τὶς νεκρὲς πολιτείες, τοὺς τρισκότεινους τόπους.
Τοὺς σκυφτοὺς οδοιπόρους ποὺ μ᾿ ένα δισάκι
γιὰ μία πολιτεία μακρυνὴ ξεκινάνε,
τοὺς τυφλοὺς μουσικοὺς τών πολύβουων δρόμων,
τοὺς φτωχούς, τοὺς αλήτες, αυτοὺς ποὺ πεινάνε.
Τὰ χλωμὰ τὰ κορίτσια ποὺ πάντα προσμένουν
τὸν ιππότην ποὺ είδαν μία βραδιὰ στ᾿ όνειρό τους,
νὰ φανή απ᾿ τὰ βάθη τού απέραντου δρόμου.
Τοὺς κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ασπρόφτερό τους.
Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούρια ταξίδια
καὶ δὲν ξέρουν καλὰ -άν ποτὲ θὰ γυρίσουν πίσω
αγαπάω, καὶ θά ῾θελα μαζί τους νὰ πάω
κι ούτε πιὰ νὰ γυρίσω.
Αγαπάω τὶς κλαμμένες ωραίες γυναίκες
ποὺ κυττάνε μακριά,ποὺ κυττάνε θλιμμένα ...
αγαπάω σὲ τούτον τὸν κόσμο -ό,τι κλαίει
γιατὶ μοιάζει μ᾿ εμένα.

Νίκος Καρούζος, Αίφνης

PIETER BRUEGEL the Elder   Pray were swelling with anger veins grow black with blood










Αυτὸ ποὺ λέμε όνειρο δὲν ε'ιν᾿ όνειρο
ποὺ η πλατιὰ πραγματικότητα δὲν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ αλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ η πάπια δὲν έπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει απ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Νίκος Καρούζος, Είσοδος

GIANNIS KIRIAKOS Stockholm 2003 (Danish National Gallery /  Niels Hansen Jacobsen, Death and the Mother) (Photovanity)



Είναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκρού
μὲ καίει τρόμος απ᾿ τὴν ηλικία
των λουλουδιών έτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
έτσι γρήγορα είναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ο θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ αηδόνι μαύρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν εχει γλώσσα η δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ο θεατρίνος ή ο ψευδοσκότεινος, δὲν υπάρχει
κι ουτε νύχτα κακὴ κι ακόμη ούτε νύχτα
είναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Όχι σὰν καρπὸς
του δέντρου μὲ τ᾿ όνομα Εγὼ καὶ τ᾿ άλλο τ᾿ όνομα Ταξιδεύω
κι όλα τὰ λόγια μας εδώ
φενάκη κ᾿ έσωτερικὰ τηλέφωνα
είναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αυτὸ κρατούμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα η γκρέμιση
τὸ σάλιο του χελιδονιού ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα ουράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ενα.
Χωρίζουμε τὸν Οδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Άλκης Αλκαίος, Μες το χημείο του Μαγιού





Στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που γελάς
στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που φωνάζεις
ανατριχίλα του κοσμάκη, μη μιλάς
στο μακελειό το ομηρικό που ωριμάζεις.

Γρηγορείτε, κελιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Χέρσα μου μάτια, τί αλκοολικός καιρός
με Βάγκνερ νανουρίζονται οι πρεζονόμοι
κι όλο ρωτάνε αν είναι νόμος φυσικός
να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη.

Γρηγορείτε, πουλιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Τώρα μαθαίνεις στο Ικόνιο αποκλεισμένος
ποιοί σαμποτάρουν με καλώδια το κορμί σου
πατριωτάκι, τρώει τα νύχια ο ανακριτής σου
κι είναι το ίδιο αγέλαστος και γελασμένος.

Γρηγορείτε, παιδιά, μες στο χημείο του Μαγιού!

Άλκης Αλκαίος, Ταπεινό ρέκβιεμ για το μέλλον



Στήνει στην πόλη ο άνεμος παγίδα
σκορπιός που με δαγκώνει η αγωνία
πέντε χειμώνες και καλό δεν είδα
και λέω ν’ αλλάξω οπτική γωνία.

Πέφτει η ομίχλη στη χλομή λεωφόρο
μια λάμια παζαρεύει τα φιλιά της
μου ’μελλε αναίτιο να πληρώσω φόρο
πριν να κλειστώ στ’ αυθαίρετα δεσμά της.

Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα
κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου
φουμάρω αγγλογαλλικά τσιγάρα
κι έχω βηματοδότη στην καρδιά μου.

Πάω στο σταθμό σαν έρχεται το τρένο
ξέχασα: φέυγω ή κάτι περιμένω
κάποιος μιλάει για μέλλοντα επινίκια
και μου γελάει πίσω από δεκανίκια.

Ναζίμ Χικμέτ, Η πιο όμορφη θάλασσα



(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα.

Κώστας Τριπολίτης, Μοναξιά χιλιάδες φύλλα



Τον περισσότερο καιρό σωπαίνεις
στο τζάμι το θαμπό της οικουμένης
κοιτάς αυτά που δεν καταλαβαίνεις
κι ούτε που ξέρεις τι και πώς

Βλέπεις θεάματα πληρώνεις φόρους
επιθυμώντας μ' όλους τους πόρους
να ζεις μονάχα με δικούς σου όρους
και να 'σαι ο ίδιος σου πομπός

Άκου κοινό !
Λάθος προφίλ του ανθρώπου ο νους
δεν αντέχει κόσμους αληθινούς
κόλαση υπάρχει μονάχα για τους ζωντανούς

Τα μανιφέστα του καιρού σου μίλα
κίτρινα λόγια με σινέ ξεφτίλα
πουλάει η μοναξιά χιλιάδες φύλλα
όταν ποζάρει στο φακό

Γλυκιά ακίνητη θολή νιρβάνα
δεν έχεις έρωτες μα έχεις πλάνα
έχεις οθόνη μα δεν έχεις μάνα
ούτε ένα χέρι φιλικό

Άκου κοινό !
Λάθος προφίλ του ανθρώπου ο νους
δεν αντέχει κόσμους αληθινούς
κόλαση υπάρχει μονάχα για τους ζωντανούς

Ναζίμ Χικμέτ, Μικρόκοσμος


(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ' έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ' αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ' άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ' άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει.
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε 



Άλκης Αλκαίος, Το κακόηθες μελάνωμα





Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη
τη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτη, ανύποπτη και ύποπτη

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
τα ναύλα μου πώς ν' αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσο

Στο μέτωπο τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη
οι φίλοι σ' επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω

Ιονικές κολώνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη
σ'αυτή την άσπρη πρέσσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
τα ναύλα μου δε θα αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσο

μέχρι να αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψανε άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω 


Νίκος Καββαδίας, Federico García Lorca



Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι


Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά. 




Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Βόλφ Μπίρμαν, Η Μπαλάντα Του Οπερατέρ





(Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ)

Στο Σαντιάγο, στης σφαγής τα χρόνια
Πέσαν πολλοί, και πού να βρεις ονόματα
Και με μια λέξη, να ποια είναι η Χιλή
Κάποιος που ταινία γυρίζει
τη σκηνή του φόνου του.

Αχ Η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές

Κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα
Από στόμια βγαίνει η δύναμη
Κι ό-χι από τα στόματα
Σύντροφοι γνωστό αυτό
Ήταν, είναι, και μένει αληθινό
Σύντροφοι γνωστό αυτό
Ήταν, είναι, και μένει αληθινό
Κι αυτή είναι η πολύτιμη αλήθεια
Της Ουνιδάδ Ποπουλάρ

Αυτό το φιλμ, μάθημα ας μας γίνει

Είδα τη δουλειά των στρατιωτών, το μακέλεμα
Είδα σκηνές που όλοι γνωρίζουν
Το λαό να τρέχει στο λιθόστρωτο για να σωθεί...

Και τα τουφέκια να σαρώνουνε τους δρόμους
Και προλετάριους να ξαπλώνονται νεκροί
Είδα τις σφαίρες να ξεσκίζουν τα παιδιά
Και τις γυναίκες να ρίχνονται πάνω στους νεκρούς 



Βόλφ Μπίρμαν, Μπαλάντα για τους ασφαλίτες


(Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ)



Αισθήματα έχω αδερφικά
για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά
που με χιόνια και βροχές
να με φυλάνε έχουν διαταγές.
Μικρόφωνα βάζουν για ν’ ακούν
όσα από το στόμα μου περνούν
τραγούδια και βρισιές κι αστεία
στον καμπινέ και στην τραπεζαρία.
Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο
τον δικό μου ξέρετε τον πόνο.
Εσείς ξέρετε πως
η σκέψη μου είναι διαρκώς
τρυφερή και παθιασμένη
στον αγώνα αφιερωμένη.
Λόγια που αλλιώς θα ‘χαν χαθεί
στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί.
Και για ύπνο όταν πάτε
τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε.
Ευχαριστώ γι αυτό πολύ
συνεργάτες μου πιστοί.

Βόλφ Μπίρμαν, Αυτούς τους έχω βαρεθεί


(Μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ)

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους γερμανούς τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.


Υπόγεια Ρεύματα, Σίσυφος


 
Κινούμαι σε κυκλάκια σε κύκλους περπατώ
θα σπρώξω ενα βράχο ψηλά σ’ενα βουνό
κι όταν κυλήσει κάτω θα πάω να τον ξαναβρώ
να τον ξανανεβάσω δεν ξέρω τι άλλο να σκεφτώ

Για σένα εταιρία θα βγω να χτυπηθώ
κι όταν με αποσβέσεις θ΄ αρχειοθετηθώ
μηνιάτικό του τρόμου πόσο τρελλά σε αγαπώ
ξέρεις πόσο σε θέλω ξέρεις και πόσο σε ποθώ

Δεν υπάρχει εταιρία που να κόβεται στα τρία
θα σε πιάσει υστερία και δεν θ΄αφήσεις τίποτά
κι όταν θα γίνεις νούμερο ¨ένα¨ αυτη η παρανοϊκή μανία
θα εξελιχθεί σε μια αηδία μια ανία μια κακόγουστη ειρωνεία να μαζεύεις ν’ανεβαίνεις να κατεβαίνεις να ξανανεβαίνεις και ξαφνικα να καταλαβαίνεις οτι δε σε γλυτώνει τίποτα πια

Ανάβω όλα τα φώτα μήπως και ζεσταθώ
κάτι πρέπει να λείπει θα ψάξω να το βρώ
γυναίκα δώσ’τα κιάλια τα θέλω λίγο για να δω
του απέναντι τα χάλια έτσι λιγάκι να φτιαχτώ

Φρανσουά Βιγιόν, Ωραίο μάθημα στα χαμένα παιδιά


(Μετάφραση : Γ. Κοροπούλης   -   Μουσική : Νίκος Πλάτανος)


Ωραία παιδιά κατάχαμα κυλάει
το πιο ωραίο ρόδο απ’ το στεφάνι σας
αδράξτε κάθε τι που προσπερνάει
μα αν σε βιτρίνα εμπρός βρεθεί η χάρη σας
ή σε γκισέ φυλάξτε το τομάρι σας
(θυμάστε Κολε Ντε Καγιέ τον λέγανε)
το άσυλο εμπιστεύτηκε ναι σαν κι εσάς,
σημάδεψε ο μπάτσος και τον ξέκανε

Παιχνίδι ειν’ η ζωή μα όχι για ψιλά
χάνεται η ψυχη κι ίσως το σώμα
αν χάσετε δεν έχει θέση εκεί ψηλά
ποιο μπαρ θα σε δεχτεί αν είσαι λιώμα;
μα κι αν κερδίσετε θαναι μια ακόμα
(γυναίκα που λαμπάδιασε σαν άχυρο)
για μια μοναχα νύχτα σας το λέω μα
για τόσα λίγα κρίμα τέτοιο ενέχυρο

Καθένας ας μ’ ακούσει και συμπέρασμα θα βγάλει πως απλές αλήθειες λέω
χειμώνα καλοκαίρι ειναι το κέρασμα καλόδεχτο και το κορίτσι ωραίο
και λάμπει σαν το νόμισμα το νέο
(που ανεμομάζωμα είναι και σκορπίζεται)
μα εγώ σιγά το λέω σα να φταίω
η ήρα απ’ το στάρι δε χωρίζεται

Μάριος Τσάγκαρης, Το τρένο



(Στίχοι-Μουσική : Μάριος Τσάγκαρης)


Κάποτε έρχεται η μέρα
που φαίνεται ανοιχτός ο δρόμος
Κάνεις το βήμα πας πιο πέρα
κι εκεί που φτάνεις είσαι ακόμα πιο μόνος

Κάποτε έρχετ’ ένα τραίνο
Και λες αυτό επιτέλους ήρθε για μένα
Μα το εισιτήριο ειναι κομμένο
Τι ξέρεις άλλωστε εσύ απο τραίνα

Κι έτσι ανοίγει μπροστά σου η αυλαία
να βγείς στον κόσμο άκροβάτης
και μες τον κόσμο ψάχνεις υποβολέα
για να σου πει πως να ξεχάσεις τ’ ονομά της

Ποιός μπορεί τελικά να σου πει το σχοινί που πατάς αν κρατάει
Ποιός θα μπει στη ψυχή σου να δει να σου πει μια ψυχή πότε σπάει
Ποιός μπορεί μες τον πόνο να μπει να σου πει τι ειν’ αυτό που πονάει
Ποιός θα κάτσει ως το τέλος να δει αν όπως λεν’ ο τελευταίος γελάει
Πιο καλά.


Ότι ήτανε να δω τι είδα
έγινε οτι ητάν να γίνει
μπορεί να είχαμε μια ελπίδα
Τώρα για πάντα ελπίδα θα μείνει.

Κωστής Παλαμάς, Κακή φωτιά




Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.

Υπόγεια Ρεύματα, Πως πονάει ένα χάδι




Φεύγω μα πάντα γυρνάω σε σένα
ότι και να πεις όσο κι αν πονά
Σκέψεις που ουρλιάζουν στιγμές που σ' αρπάζουν
Λάγνες ρωγμές, θορυβώδεις σιωπές

Α! πως πονάει ένα χάδι μου λες
άκου τα λόγια μου πριν γίνουν χτες.

Ζήση ένα ψέμα, για θέατρο θέμα
Τόσες φορές οι ίδιες σκηνές
Σκέψεις σαν λάβα παράτατες, τράβα!
Τράβα μακριά, όσο πιο μακριά.

Αμάλθειας κέρας στο νου μου ένα τέρας,
όταν μου γεννά μόνο σκοτεινιά.
Ντύσε μητέρα το κρύο κορμί μου,
πλύνε τις πληγές, όχι να μην κλαις.

Υπόγεια Ρεύματα, Σαν έρημα καράβια





Σαν έρημα καράβια και σαν ξωκλήσι στην κορφή
σαν γερακιού πορεία και σαν ξεκούρδιστη χορδή

Ο χώρος δεδομένος κι εσύ απ' έξω μια ζωή
ο χρόνος τελειωμένος πάντα κοντά ποτέ μαζί

Ξερολιθιά και βράχος άνθρωπος και θεός μαζί
ορίζοντας που σβήνει στιγμή που δε θα ξαναρθεί

Σαν τρίξιμο μεσημεριού
σαν όνειρο κρυμμένο
όπως ανάσα βραδινή
σαν τελευταίο τρένο

Γραμμές πάντα καμπύλες ευθείες μόνο στο χαρτί
παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή

Υπόγεια Ρεύματα, Κυριακή



Μια των ματιών σου αλμυρή σταγόνα που κυλάει
σαν μιας λαμπάδας φως στερνό που τρεμοπαίζει αργά
που μου φωτίζει τη στιγμή που τράβηξες μακριά μου
όπως πετάν του φθινοπώρου φύλλα στο βοριά.

Σαν έρθει η ώρα γράψε μου δυο λόγια να φυλάξω
όπως φυλάν οι ποιητές της μούσας τη μορφή
όπως φυλάει το στήθος μου τους χτύπους της καρδιάς μου
κι όπως φυλάει ο βουτηχτής την τελευταία πνοή.

Άργησε να 'ρθει το πρωί και μόνος περιμένω
του Αυγερινού το κάλεσμα την πρωινή δροσιά
είναι κι αυτή η Κυριακή που πάντα αργοπεθαίνω
είναι κι αυτός ο πηγαιμός που πάντα καρτερώ.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Βροχή



(Μετάφραση:  Δημήτρης Καλοκύρης)


Το πρόσωπο της μέρας χαρακώνει
η αργυρή λεπίδα της βροχής
κι όμως η λάμψη αυτή που με κυκλώνει
είναι η βροχή μιας άλλης εποχής
Και σε χρονιές σε παίρνει
που η μοίρα σε μοίρανε να δεις μέσα απ' το χώμα
του ρόδου του εκατόφυλλου τη σπείρα
το άλικο παράξενό του χρώμα
Αυτή η βροχή που τα τζάμια θολώνει
Στην ξεχασμένη αυλή μιας γειτονιάς
Αλλοτινής τα σταφύλια χρυσώνει
Στην ξεχασμένη αυλή μιας γειτονιάς

Υπόγεια Ρεύματα, Σαν φώς




 
Το φως να παίρνει την ματιά ο χώρος τα όνειρά σου
Και τα νερά του ποταμού να σε τραβάν μακριά
Ότι κι αν ονειρεύτηκες να φεύγει από κοντά σου
Να απλώνεις μα τα χέρια σου να πέφτουνε βαριά

Και τι δεν μου' χες ορκιστεί και τι δεν μου' χες τάξει

Μα τώρα η απουσία μου σε κάνει και ξεχνάς
Δέσε καλά τις μαγικές στιγμές μας με μετάξι
Και φώτισε τον ουρανό σχήμα της μοναξιάς

Xωρίς πνοή χωρίς ματιά μόνο με τα όνειρά μου

Με τρόχισαν οι άνεμοι που πάντα κυνηγώ
Αυτοί που με ορίζουνε αυτοί που με πετάνε
Αυτοί που με τινάζουνε στον τοίχο στο κενό

Κορμί που σχίζεται στα δυο στα βράχια του αοράτου

Μνήμες θολές και μια γλυκιά λήθη της λησμονιάς
Στης μοναξιάς τον κόκκινο από αίμα πίδακά του
Που ξεπετάγεται σα φως που φέγγει της στεριάς

Το μαγικό στου φεγγαριού ονειροπόλημά σου

Το' χεις ξεχάσει κι είν' αργά καιρός να κοιμηθείς
Με κάποιον που δεν τον χωρά η μαγική αγκαλιά σου
Τις ώρες που περάσαμε μαζί θα μοιραστείς

Μα εγώ πονώ για σένανε και σιωπηλά υποφέρω

Μήπως τα μάτια που αγαπώ δακρύζουν στα κρυφά
Τι κι αν με πούλησες φτηνά μια νύχτα και το ξέρω
Κάθε στιγμή σε φέρνω εδώ κοιτώντας τα νερά

Χορεύεις με τις μνήμες σου, πετάς με τα όνειρά σου

Αρχαίου δράματος χορός περνάς στην αγορά
Πετάς τα ρούχα σου γυμνός αγγίζεις την χαρά σου
Φωτίζεις μόνο μια στιγμή και ζεις για μια φορά


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Ζαν Φιλίπ Καρλό, Η Πορεία


NATASHA KRENBOL   Σχέδιο με μελάνι



(Μετάφραση: Έλενα Βόγλη)


1

     Είμαι στην πορεία. Προχωρώ στη σειρά. Σκοτώθη-
καν δυο μουλάρια χθες. Κανείς δεν άκουσε τις πιστο-
λιές.
     Τίποτα δεν ακούστηκε, εκτός απ’ τα δυο ζωντανά, 
να ψυχορραγούν με το ζεμένο φορτίο τους. Τ'αφεντι-
κά τους τα ξεπάστρεψαν. Πιο αθώα από τους ανθρώ-
πους, σκέφτηκα απλοϊκά.
     Μετά ξαναπήραμε τον δρόμο, όπως μας οδηγούν, 
παρακαλώντας τον αϊτό, τον βράχο, τον καταρράκτη, 
κοιτάζοντας μέσα στο μάτι των πραγμάτων.

 
 2

Μου μιλάνε στ’ αγγλικά. Δεν μου αρέσει αυτό. 
Μαθαίνω κάποιες καθημερινές λέξεις. «Καλημέρα .
Πρωί-πρωί. Όπλο. Νερό. Άντρας. Γυναίκα. Πολύ. 
Προχωρώ. Στοπ. Οι άλλοι. Σκοτώνω.»
     Αυτό δεν μας φέρνει βέβαια πιο κοντά.
     Πώς λέμε «αθώος»;  Αυτό, δεν τολμώ να το ρωτήσω.


3

    Υπάρχει κι ένας αιχμάλωτος στην πορεία. Το πρωί, 
δεν απαντάει στον χαιρετισμό μου.
    Ο χρόνος απλώνεται σα στρωσίδι πάνω μας. Μας 
ενώνει, μας μπλέκει μεταξύ μας και με το τοπίο. Εδώ 
πέρα υπάρχει μία τάξη, ακόμα κι αν δεν βγάζει που-
θενά, ακόμα κι αν οδηγεί στο χειρότερο.
    Κάθε πρωί, θα ’θελα τον χαιρετισμό του. Όμως 
ποτέ δεν μου απευθύνεται, ποτέ.

 
4

    Ταξίδεψα με το μέταλλο των κανονιών, με το τρα-
γούδι του βραστήρα, με τον ασβέστη των τοίχων. Μια 
νύχτα, με αφορμή τα βιβλία μέσα στη τσάντα μου, 
με ρώτησαν, «are you still at school?». Πας ακόμα 
σχολείο; «Ξαναπάω», σκέφτηκα χωρίς να τολμήσω να 
το πω.
     Σήμερα ο αιχμάλωτος βαδίζει μόνος μπροστά. Ένας 
τεράστιος σάκος τον εμποδίζει μέχρι τη μέση των μη-
ρών. Τρία μέτρα τον χωρίζουν από τους υπόλοιπους. 
Μια βροχή δίχως τέλος βαλτώνει το μονοπάτι που 
πνίγεται απ’ τη λάσπη των παρατημένων χωραφιών. 
Πουθενά καταφύγιο όταν η βροχή δυναμώνει. Τρέ-
χουν ρυάκια από πάνω μας.
     Ταξιδεύω δίχως μνήμη.


5
 
     Το μάτι του κολλημένο στο στόχαστρο. Το δάχτυλο 
πατάει τη σκανδάλη. Κανένα έλεος στη διαδρομή της 
σφαίρας.
     Όταν ματώνει το απέναντι πουκάμισο, όταν ξεχνά-
ει τη λευκότητα του θηλασμού, όταν δίνει τον βίαιο 
θάνατο και τα δάκρυα: πώς το κάνει, αυτός που στο-
χεύει; Και είμαι στο στρατόπεδό του, αφού πορεύομαι 
μαζί του, αφού δεν κάνω τίποτα για να τον εμποδίσω. 
Προχωρώ στη σειρά. Δεν κοιτάζω πια μπροστά.
     Όταν γελάσουμε, θα ξεχάσουμε το πλήθος των σκοτωμένων;
 

6

Γνωρίζω τόσο λίγα για τους ανθρώπους. Εδώ, 
υπάρχει ένα πλήθος που σου πιάνει το χέρι, και προ-
σπαθεί να κρατήσει τη ρότα του. Αυξανόμαστε ολοέ-
να αγνοώντας τη συνολική εικόνα της πορείας .
     Οι πληγές μοιάζουν μεταξύ τους, ενώνουν.
 

7

     Αεροπλάνα, αντιαεροπορικά, ηχητικό πανδαιμό-
νιο. Ακούμε τις οβίδες να περνάνε. Τον βλέπουμε τον 
Θάνατο να περνά πάνω από τα κεφάλια μας. Μερικές 
φορές σερνόμαστε, άλλοτε κρυβόμαστε σφιχταγκα-
λιασμένοι.
     Γνωρίζω τόσο λίγα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Κι 
όμως εξαφανίζουν τις πληγές μου. Αυτό τολμώ να το 
γράψω. Δεν μπορώ να τους το πω. Πάντα όμως μου 
’ρχεται να το πω.
 

8

     Προχώρα. Προχώρα. Βαδίζουμε χωρίς να ονομά-
ζουμε. Το αύριο δεν θα μας αλλάξει. Προχώρα. Όλα 
θα παραμείνουν. Να σκοτώνεις δεν είναι αρκετό.
     Ορφανοί απ’ το νερό του καταρράκτη στα γυμνά 
μας πόδια, όταν παύουν οι εκκωφαντικές στιγμές του 
μπαρουτιού, όταν μετράμε τους νεκρούς απέναντι, 
όταν θρηνούμε τους δικούς μας. Όταν όλα επανέρ-
χονται, όπως μετά τ’ απανωτά τιτιβίσμαχα από ένα 
σμήνος πουλιών. Αυτή η ανυποχώρητη τάξη, δίχως 
κανένα περιθώριο σκέψης.
     Σήμερα, χωρίς ενοχή, σκέφτηκα: «οι δικοί μας.»


9

     Μου ζητούν να κουβαλήσω ένα από τα τουφέκια 
τους. Σα να μου ζητάνε να καταλάβω τη μνήμη τους. 
Δε λέω τίποτα, θα ήταν λάθος. Μου ζητούν να κου-
βαλήσω το τουφέκι ενός σκοτωμένου. Ε, λοιπόν, το 
κουβαλάω.
     Κουβαλάω και τον θάνατο και το αίμα τού απένα-
ντι. Το στόμα τους, οι λέξεις τους, με παραδίδουν σ’ 
αυτούς. Μια μέρα θα μου ζητήσουν να ρίξω. Μια μέρα 
θα με σκοτώσουν οι απέναντι ίσως, εάν δεν ρίξω.
     Τι απάντηση να δώσω στην τρύπα στο κεφάλι; 
Ποιος άξιζε αυτόν τον πόνο;

 
10

     Σήμερα το πρωί ο αιχμάλωτος, ξαπλωμένος πάντα, 
δεν κοιμόταν. Το βλέμμα του με πυρπόλησε και σκε-
πασμένο από ντροπή, ξέρανε το λαρύγγι μου. Αυτό 
το βλέμμα με τρέλανε, σχεδόν σε σημείο να θέλω να 
τον σκοτώσω. Δεν ξέρω τίποτα, δεν νοιώθω τίποτα. 
Μετά από τέσσερις μέρες ένοιωθα λίγο μικρότερη 
την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και σε μένα. Εκεί-
νος, όχι.
     Πρωί-πρωί βάζω τ’ όπλο μου στον ώμο, νομίζω εί-
ναι περήφανοι για μένα. Λες και το τουφέκι μ' έκανε 
φιλικό. Είναι κάτι αυτό το βάρος που νοιώθω περπα-
τώντας. Σα να το άξιζα.
 

11

     Σήμερα περπατάω πλάι του, είμαι ο φύλακάς του. 
Λαχανιάζει περισσότερο από μένα, του λείπει δύ-
ναμη. Αντιστέκεται με ό,τι του απομένει. Λέω στον 
εαυτό μου, περιμένει να ξεπηδήσουν οι φλόγες από 
τον απέναντι λόφο. Σε λίγο, βαδίζουμε στην άκρη 
ενός γκρεμού, φοβάμαι μη ριχτεί. Φοβάμαι να δω την 
πτώση του.
     Η εξορία καίει. Είμαι ο φύλακάς του. Σε κάποιες 
στιγμές της πορείας μας τον ξεχνάω, όταν κοιτάζω 
ένα πουλί ή όταν γυρεύω την κεφαλή της πορείας 
μετά την επόμενη στροφή.
     Από το πλάι, είναι νέος. Στην ηλικία του γιου μου 
ίσως, αυτού του ανέμελου που σε λίγο τελειώνει το 
Λύκειο. Εγώ ο ανέμελος που τον ξεχνώ, εγώ που δεν 
ξέρω τι ν’ ακούσω, τι να πω, βαδίζω δίπλα του με τη 
σειρά μου, όπως όλοι μας.
     Είμαι στον πόλεμο και μαζί τους.
     Η ειρήνη με κάνει να υποφέρω.
     Ο πόλεμος λιγότερο.
     Αρχίζω να σκέφτομαι πως είναι η μόνη δυνατή κα-
τάσταση.
     Έτσι σκέφτονται κι αυτοί; Πολύ φτωχό να το ρω-
τήσω. Μου ’ρχεται όμως πάλι να το πω.
     Still at school.


12

     Κάποια παιδιά μας κοιτούν να περνάμε. Το ένα 
απ’ αυτά, ίσως το πιο μεγάλο, φτύνει ένα κουκούτσι 
πάνω σε μας τους δυο, στον αιχμάλωτο και σε μένα. 
Νοιώθω στο στόχαστρο. Μας καρφώνουν με βλέμμα 
σκυθρωπό. Νοιώθω εχθρός.
     Θα’ θελα να κοιμηθώ εδώ απόψε για να τα ξαναδώ.
Έχουν σφεντόνες και την αρχή αυτού που μου λείπει.

 
13

     Τα πυρά. Ο φόβος. Τ’ αφηνιασμένα μουλάρια. Ρι-
πές. Μια σύντομη σιωπή. Κι άλλες ριπές. Μερικές 
σφαίρες ξανά. Μετά οι βολές ξεμακραίνουν. Εκτός 
εμβέλειας.
     Δυο άντρες κομμένοι στα δυο στη μέση της από-
κρημνης πλαγιάς. Νεκροί στη γενέθλια χώρα. Ο 
ήλιος πολιορκεί τα στόματά τους που χάσκουν στον 
ουρανό.
     Τα πυρά. Η τέχνη του πολέμου με τρομάζει.
     Χωρίς φορεία. Φτυάρια. Αυτή τη φορά καλούν ενι-
σχύσεις. Μας λείπουν οι επίλεκτοι σκοπευτές. Ακό-
μα και σε μένα.


14

Έφτασε μια άλλη ομάδα. Αυτοί ξέρουν να διαβά-
ζουν τους χάρτες, μου μιλάνε αγγλικά, γερμανικά, 
ακόμα και γαλλικά.
     «Γάλλος;»
     «Δεν καπνίζεις;»
     «Γιατί είσαι εδώ;»
     «Το γαλλικό ψωμί, μου αρέσει το γαλλικό ψωμί».
     Φτιάχνουμε μια ομάδα. Ο πόλεμος είναι παντού. 
Τα όπλα πλήθυναν, έγιναν πολύπλοκα. Αυτή τη 
φορά, είμαι ολότελα ξένος.
     Σιμώνοντας σε κάθε χωριό, φόβος μη μας βρουν 
οι βόμβες. Φοβάμαι τα περίχωρα. Σα να ’ναι καθιε-
ρωμένο, το μακελειό μας περιμένει. Το είπαν και τα 
βλέμματα.

 
15

     Διπλοβάρδιες ανά τριάδες. Αυτή τη νύχτα μπο-
ρούμε να κοιμηθούμε. Κοιμόμαστε με τις ώρες. 
Η νύχτα μας υποδέχεται κραταιά.
     Μόνος κοντά στην ανατολική σκοπιά, ο αιχμάλω-
τος κοιμήθηκε καθιστός, με τα χέρια πάντα δεμένα 
κι από δω και πέρα σ’ ένα δέντρο.


16

     Εξαφανίστηκε,
     Ρώτησα «where is he?», «Πού είναι;», «Gone», 
«Έφυγε», «Where?», «Don't know»,
     Τώρα ξέρω: «He wanted to go...», «Θέλησε να δρα- 
πετεύσει»: ψηλά απά τη γέφυρα, τον γκρέμισαν στα
βράχια.
     Γρήγορα, να με γυρίσουν στα σύνορα, Δεν ξέρω πια 
ποιος κατοικεί μέσα μου βαθιά, Τον γυρεύω ακόμα, 
μα βρίσκομαι πάλι σ' ένα στρατόπεδο, στο δικό τους 
στρατόπεδο.
     Γίνεται μια σιωπή μεγαλύτερη μέσα μου.
     Δεν μου επιτρέπεται η συνενοχή. Ήμουν πιστός 
σ' αυτή την πορεία, ο ένας πίσω απ' τον άλλον. Δεν 
θέλω πια συντρόφους.
     Θέλω να φύγω, γρήγορα,

 
17

     Ουρλιάζει,
     Αυτή τη φορά είναι ο αδελφός του. Με τα χέρια 
ανοιχτά, δρασκελίζοντας πρώτος το πέρασμα, Μονα-
δικά του λόγια: «Αφήστε με να τον θάψω μόνος μου! 
Αφήστε με να τον θάψω μόνος μου!»


18

     Το παρόν περνά από χέρι σε χέρι, το παρόν των
αρμάτων.
     Προ ολίγου, πριν κοιμηθούμε, τραγουδούσαν.

 
19

     Μπορούν να βιάσουν. Βιάζουν. Κι αφήνουν το νε-
αρό κορμί τσακισμένο.
     Τους έχω δει να βιάζουν. Σα να βίαζα κι εγώ μαζί 
τους. Το ’Βαλα στα πόδια. Στη φυγή μου, απέφυγα το 
βλέμμα των βιασμένων.
     Πήρα το σχήμα του εχθρού: τιμωρίες, συγνώμες 
που διχάζουν τον κόσμο στα δύο που κατακάθονται 
σαν τη σκόνη μετά τις σφαγές.

 
20

     Οι σημειώσεις μου: «Ολοκληρωτικά δεμένοι με 
τον ορίζοντα, με την αναπνοή των φύλλων. Όλοι μας 
στόχοι: ο λαβύρινθος μπορεί να ξεράσει τη φωτιά του 
ανά πάσα στιγμή. Ο Θεός, ένα κερί μέσα στη νύχτα. 
Ο εχθρός λαχανιάζει. Και πού να τραγουδήσεις; 
Τραγούδα επί τόπου!»
     Οι σημειώσεις μου τους έκαναν να γελάσουν. Εξάλ-
λου, είναι λιγότερο ύποπτες όταν τις διαβάζω εγώ.

21

     Απόψε η γιορτή. Με προσκαλούν. Νοιώθω ότι δεν 
είναι και πολύ σίγουροι τι να κάνουν με μένα. Ούτε 
κι εγώ.
     Τόλμησα: «δεν έχουμε κανένα νέο, κι αν οι μάχες 
σταμάτησαν; αν υπέγραψαν ειρήνη;», έστρεψε τα μά-
τια του στα ωραία μου παπούτσια πορείας, το βλέμμα 
και το χαμόγελό του με βάφτισαν άσχετο. Πληγωμέ-
νος, θέλησα να ανταπαντήσω, να του πω ότι στην ίδια 
του την πόλη, ο ζαχαροπλάστης πλουτίζει εις βάρος 
του: όμως, ούτε αυτό το ’πα.

     «Για την ώρα, κάθε καρδιά και τάφος», μου είχε 
πει.
     «Το ίδιο κι η δική του» είχε προσθέσει εννοώντας 
τον αιχμάλωτο.


22

     Ανάμεσα στους φρουρούς, ένας σκοπευτής, αυτός 
που είδα τρεις φορές να χτυπάει διάνα, στα διακό-
σια, στα τριακόσια μέτρα.  Απόψε, στην ανάπαυλα 
των πυρών, κοιμίζει ένα παιδί.  Αυτά τα ίδια δάχτυλα 
πάνω στα παιδικά μαλλιά, αυτό το ίδιο βλέμμα προς 
το παραδομένο χαμόγελο. Το ίδιο αίμα μέσα στο αντι-
φέγγισμα του κανονιού.
     Δεν μπορώ να τον ρωτήσω με ποιόν τρόπο έρχεται 
το πνεύμα των βλημάτων,

     Αυτός με ρωτά αν οι γυναίκες στο Παρίσι είναι 
πραγματικά τόσο όμορφες όσο λένε, σα στάχυα τρυ-
φερά. Κάνει την κίνηση σα να θωπεύει, πράγμα που 
μ’ ενοχλεί, μα είναι για να περιγράψει έναν αγρό με 
στάχυα.
     Τα τρυφερά στάχυα, τα ευεργετήματα, θυσιασμέ- 
να. Το πνεύμα των βλημάτων καταβροχθίζει ανελέη- 
τα τα πάντα. Εκείνους κι εμάς.
     Το πνεύμα των βλημάτων μπορεί να κυριεύσει κι
εμένα.

     Ένας φρουρός,
 

23

     Το πένθος. Η αθανασία. Οι νεκροί περπατάνε μαζί 
μας, πίνουν απ’ το μπουκάλι μας.
     O θάνατος είναι τόσο καθημερινός, τραγουδάει με 
τ' άλογα και τα πουλιά, βρίσκει όμορφο ένα τοπίο αν-
θισμένο.

 
24

     Πεθύμησα τα σεντόνια, τα κρεβάτια, τη σιωπή 
πίσω από τα κλειστά πατζούρια, το φως πάνω στη 
λευκή πετσέτα του μπάνιου.


25

     Ίχνος ανάπαυλας παρόλη τη νύστα.
     Χαλύβδωση. Εργαλεία θανάτου για την επαύριο.
     Ποιος είναι εκεί;  Από ποια πλευρά;
     Δίνουν στη γη τους την ανάπαυση του θανάτου 
τους. Γεροί σαν τον βράχο. Συλλαμβάνω όλη αυτή 
την αίσθηση. Η μέθοδος της ειρήνης.
     Μου ζητούν να συρθώ με το τουφέκι, η μπούκα του 
κανονιού στραμμένη στον σβέρκο μου. Με τι και γιατί 
μισούν; Τα κόκαλά μου θέλουν να πουν ψέματα.
     Περπατάμε στη σιωπή. Παντού η ελευθερία: στα 
δέντρα, στα λιβάδια, στα μάτια. Η ίδια ελευθερία, 
όπως αυτή των ειρηνικών πόλεων, μπερδεύεται ανά-
μεσά μας, υφαίνει τις ζωές μας μεταξύ τους. Περπα-
τάμε σαν τα πιτσιρίκια των ειρηνικών πόλεων.


26

     Τόπος.
     Τόπος ρημαγμένος.
     Τόπος που δεν ξεχνά την ευτυχία της λεμονιάς.

 
27

     Λούζεσαι στο αίμα σου. Το χώμα σε υποδέχεται και 
σε αγνοεί, ρουφάει το αίμα σου. Κι εμείς κοκαλωμέ-
νοι, άναυδοι. Αδύνατο να σε βοηθήσουμε. Εμείς κα-
λυμμένοι, εσύ ψυχορραγώντας στον ήλιο των κρυμ-
μένων σκοπευτών.
     Μακελειό. Καμία κίνηση. Από πού ήρθε αυτή η 
βολή;
     Οι λέξεις έξω φρενών, σβήνονται κατά εκατοντάδες 
από το λεξικό. Μένει μόνο μία λέξη, η ίδια σε κάθε 
σελίδα, δυσνόητη, ανείπωτη. Στόχος. Ήξεραν πώς δεν 
θα μπορούσες να συρθείς προς τα πίσω. Εύστοχο.
     Ο Θεός ίσως;
     Το στόμα σου που μιλούσε πριν λίγο. Αυτή τη φορά 
το λέω: φοβάμαι να το σκάσω σαν κότα. Χθες, πάνω 
στο οροπέδιο, με θέα στην κοιλάδα, νόμιζα πως έβλεπα 
όλα μας τα κρεμνά, αυτά όπου ρίχνεται ο άνθρωπος 
μέσα στα βάσανα, με την ίδια ορμή όπως στον έρωτα. 
Με την ίδια ορμή. Μα δεν έβλεπα τίποτα. Εαυτός μό-
νος. Τρομαχτικό παιχνίδι των λέξεων: Αυτοκτόνος. 
     Σταματήστε τα όλα.


28

     «Έρημος μέσα στο μυαλό, έρημος μες στα χρόνια, 
έρημος μες στις προσευχές, βήμα το βήμα. Βήμα το 
βήμα από παιδιά μέχρι εδώ. Ασύλληπτο.
     Κι όμως πιθανό. Εδώ είμαστε.
     Το μόνο που απομένει, τα ζωντανά μας σχήματα κι 
ο έρωτας. Ελευθερία. Δυστυχία.»
     Οι σημειώσεις μου τους έκαναν πάλι να γελάσουν, 
μεταφρασμένες κατά προσέγγιση και διαβασμένες στ’ 
αγγλικά: «good, good, thank you».

     Γνώρισαν την ειρήνη μέσα σ’ αυτή την κοιλάδα, 
είδαν την ειρήνη, περπάτησαν μέσα στην ειρήνη, 
ήπιαν νερό καθάριο από τα πηγάδια αυτών των χω-
ριών που τώρα ισοπεδώθηκαν.
     Είμαι ένας ξένος. Είμαστε ξένοι; Με παρασύρουν 
στο δίκιο τους;
     Για πρώτη φορά μου έρχονται δάκρυα. Επειδή 
άκουσαν αυτές τις ύποπτες σημειώσεις


29

     Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια όπως πριν, μονολογώ. 
Ξέρω όμως ότι αυταπατώμαι. Όταν θα έχω ζήσει μή-
νες σπίτι μου, θα γράφω όπως πριν. Θα ξεχάσω τον 
αιχμάλωτο, θα ξεχάσω τα σύνορα, θα ξεχάσω το τέ-
λος.
     Γράφω για να μην ξεχνώ. Ακόμα κι αν η μνήμη 
διώχνει τον φόβο, ακόμα κι αν ο φόβος διώχνει τη 
μνήμη.
     Θα θυμηθώ τα δυο κοτσύφια που βλέπαμε να κά-
θονται ανάμεσα στα πτώματα, να χοροπηδούν. Μετά 
ένα σκύλο που ζύγωνε με βήματα αργά. Περιπλάνη-
ση. Κάποιος τράβηξε στον αέρα μόνο και μόνο για να 
φοβίσει τα ζώα, και ν’ αφήσουν ήσυχο το χωριό.
     Ονειρεύομαι τις εποποιίες, μόνη δυνατή λογοτε-
χνία εδώ.
     Κανείς δε σταμάτησε το περιστέρι που ξανάπιανε 
το γουργουρητό του. Κι η πρωινή δροσιά περιέχει 
επίσης ηρωισμό.

     Λύτρωση


30

     Μέσα σε δύο μέρες, ίσως τρεις, θα έχουμε φτάσει, 
εκτός κι αν προκύψουν μάχες, καμιά επίθεση, καμιά 
κανονιά.
     Μου είπαν, «soon you'll sleep in a bed», σε λίγο θα 
κοιμάσαι σε κρεβάτι.
     Ντράπηκα γι’ αυτά τα σεντόνια που είχα επιθυ-
μήσει.
     Σκέφτηκα με νοσταλγία «και τώρα τι θα γίνουμε 
χωρίς τον πόλεμο».
 

31

     Αύριο φτάνουμε. Διόλου λυτρωμένος.
     Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να σωπάσω, διαφο-
ρετικά θα τ’ αλλάξω όλα. Ξέρω ότι θα μεταμορφώσω τα 
πάντα αν διηγηθώ. Τώρα πιστεύω πως ο πόλεμος είναι 
αναγκαίος. Ξέρω ότι δεν θα με πιστέψουν. Ξέρω πως 
είναι απαράδεκτο. Όχι, αυτό δεν είμαι εγώ.
 

32

     Τα πρόσωπα μ’ ενθαρρύνουν να τα εγκαταλείψω. 
Δεν ξέρω να το κάνω. θα διασχίσω αυτόν τον αόρα-
το τοίχο που χωρίζει τον πόλεμο από την ειρήνη. Σε 
λίγο δεν θα χρειάζεται πια να σέρνομαι.
     Χωρίς το βάρος του τουφεκιού. Σαν ακρωτηρια-
σμένος.
     Με το βλέμμα του αιχμαλώτου μέσα μου. θα ήμα-
σταν κι οι δυο εδώ.
     Με τη σιωπή του. Άγνωστο πού.
     Γυρεύω βλέμματα, στη διαχωριστική γραμμή που 
ξεχωρίζει τους ζωντανούς, στον καλπασμό ελεύθερων 
αλόγων.
     Δεν θα ξανανταμώσουμε πια.
     Αυτή η σιωπή, όταν κάποιος πεθαίνει.
.

33

     Η αυγή μέσα στο τζάιμι του τραίνου. Οι μόρφές 
επανέρχονται. Δεν ξέρω ποιος θα επιζήσει. Ποιος 
επιζεί.
     Μετά

     Θυμάμαι το τρεχαλητό αυτής της γυναίκας, αναμ-
μένη λαμπάδα, σαν κυνηγημένη από ένα μελισσολόι, 
αποτελειωμένη απ’ τη ριπή που έριξαν από κάποιο
παράθυρο. Που δεν μπορούσε πια τίποτα να κάνει, 
τίποτα να είναι.
     Ας γινόταν να σταματήσει το τρεχαλητό της, να 
σβήσει η φωτιά, το πρόσωπό της να γαληνέψει. Τόσες 
φορές πεθαμένη, κάθε φορά πεθαμένη.

                           Αυτό συμβαίνει
                           
                          ετούτη τη στιγμή.





Ζαν Φιλίπ Καρλό
 
Γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου του 1954 στην πόλη Μακόν της Γαλλίας.

Η Πορεία δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 2011 στο θέατρο Le Picolo(Saint-Quen- Paris)
 


Δημοσιεύσεις

Η Χαρά για 2 φωνές (αφήγημα εικονογραφημένο από την Stephanie Buttay), Ιούλιος 2010

Ιθάκες (Livre Pauvre), σε συνεργασία με τον Jean-Michel Marchetti, Νοέμβριος 2009

Συμμετοχή στην ανθολογία Ο κόαμος σου είναι ο δικός μου (Castor Astral), Ιούνιος 2009

Συμμετοχή στο συλλογικό έργο 111 Βουές των Πόλεων, σε σύλληψη και πραγμάτωση της  Bernadette Griot (CERTU),Οκτώβριος 2004

«θα ήθελα να συνεχίσω», ποίημα δημοσιευμένο στο νούμερο 21 της επιθεώρησης Liaison, Μάιος 2001





Με αφορμή το κείμενο έγραψαν  μουσική οι:

Απόστολος Καλτσάς και


με τη  Φωνή του Ζαν Φιλίπ Καρλό



το Νοέμβριο του 2011