Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, Η μοναξιά

(Μετάφραση : Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)
1959


Τι ντροπή να πηγαίνεις κινηματογράφο

χωρίς τον φίλο, την φίλη ή τη σύζυγό σου,

όπου οι προβολές είναι πάντα τόσο σύντομες

και οι αναμονές τόσο μεγάλες!

Τι ντροπή –

στον κλειστό πόλεμο των νεύρων

με την ειρωνεία των ζευγαριών στο φουαγιέ

να μασουλάς, κοκκινίζοντας, στη γωνιά ένα γλυκό,

θαρρείς και σ’ αυτό υπάρχει κάτι το κακό …

Εμείς,

αφού ντρεπόμαστε για τη μοναξιά μας,

από μελαγχολία

εισβάλουμε σε διάφορες παρέες,

και υποχρεώσεις δουλικές από φιλίες ανόητες

μας συνοδεύουν μέχρι τον τάφο.

Οι παρέες σχηματίζονται τυχαία –

σ’ αυτές όλοι πίνουν και πίνουν,

δίχως λογική.

Σε κάποιες άλλες όλοι ασχολούνται με κουρέλια και κοπελιές,

ενώ σε κάποιες τρίτες –

κάνουν, δήθεν, ιδεολογικές συζητήσεις,

μα δε μπορείς να τις ξεχωρίσεις –

όλες είναι ομοιόμορφες …

Της ματαιοδοξίας διάφορες μορφές!

Πότε η μια

πότε η άλλη θορυβώδης παρέα…

Είναι αμέτρητες οι παρέες

από τις οποίες κατόρθωσα

να ξεφύγω!

Θαρρείς και πιανόμουν σε νέα παγίδα,
ξέφευγα όμως,
δίχως το τομάρι μου ν’ αφήσω. 
Ξέφευγα!
Ήσουν μπροστά, της ερήμου
λεφτεριά …
Ποιος διάολος σε χρειάζεται! 
Γλυκιά,
μα το ίδιο παγερή,
σαν τη πιστή σύζυγο που δεν αγαπάς πια. 
Κι εσύ αγαπημένη; 
Πώς περνάς; 
Απαλλάχτηκες από αυτή την ματαιοδοξία·
Σε ποιον ανήκουν τα πολύτιμα μάτια σου
κι οι λευκοί σου οι ώμοι οι βαρύτιμοι; 
Πιστεύεις, ότι εγώ, μάλλον, φεύγω μακριά,
ότι μέσα στο ταξί πηγαίνω κάπου μακριά,
αν όμως, όντως, φεύγω,
που θα πρέπει να σταματήσω; 
Έτσι κι αλλιώς από εσένα δεν θα απελευθερωθώ! 
Οι γυναίκες όταν είναι μαζί μου κλείνονται στον εαυτό τους,
νιώθοντας,
ότι μου είναι ξένες.
Γέρνω το κεφάλι μου στα γόνατά τους,
μα δεν ανήκω σ’ αυτές – 
σ’ εσένα ανήκω …
Πριν από λίγο καιρό πήγα
στο μικρό ταπεινό σπιτάκι της οδού Σένναγια. 
Κρέμασα το παλτό σ’ ένα άθλιο κρεμαστάρι.
Κάτω από ένα στραβό χριστουγεννιάτικο δέντρο
με αδύναμες λαμπίτσες,
που φώτιζαν τα λευκά παπουτσάκια της
καθόταν μια γυναίκα,
ευθυτενής σα να ‘ταν κοπελίτσα. 
Αποφάσισα πολύ εύκολα
να έρθω,
γιατί έχοντας αυτοπεποίθηση
και σαγηνευτικά μοντέρνος
της πήγα αντί για λουλούδια
κρασί.
Όλα όμως ήταν –
πολύ περίπλοκα …
Σώπαινε,
και σαν ορφανά
δύο διάφανες σταγόνες
έλαμπαν στους ροδαλούς λοβούς των αυτιών της. 
Και, σαν ήταν άρρωστη θαρρείς, κοιτώντας με θολά,
ανασηκώνοντας το παιδικό κορμί της,
είπε πνιχτά: 
«Φύγε …
Δε χρειάζεται ...
Το βλέπω 
ότι δεν είσαι δικός μου,
αλλά εκείνης…»
Μ’ αγαπούσε μια κοπέλα
μ’ άγρια αγορίστικη συμπεριφορά,
μ’ ένα τσουλούφι που ανέμιζε
και παγωμένο βλέμμα
χλομή από τον φόβο
και την τρυφερότητα.
Είχαμε πάει στην Κριμαία. 
Τη νύχτα έπιασε μπόρα
κι η κοπέλα
την ώρα της μαγικής αστραπής
μου ψιθύρισε:
«Μικρούλη μου!
Μικρούλη μου! – 
Κλείνοντας με την παλάμη της τα μάτια μου.
Άξαφνα όλα έγιναν γύρω μου τρομακτικά
και θριαμβευτικά,
και μια βροντή,
και του πελάγους ο βόγκος ο πνιχτός,
και ξαφνικά εκείνη,
με το ένστικτο του θηλυκού,
μου φώναξε: 
«Δεν είσαι δικός μου!
Δεν είσαι δικός μου!.
Έχε γεια, αγαπημένη!
Δικός σου είμαι, 
σκυθρωπός,
πιστός,
μα  μοναξιά εσύ
η πιο πιστή απ’ όλες είσαι. 
Στα χείλη μου ας μη λιώσει ποτέ
Των γαντιών σου το αποχαιρετιστήριο χιόνι.
Ευχαριστώ τις γυναίκες,
τις όμορφες και άπιστες, 
για το ότι όλα ήταν 
τόσο στιγμιαία,
για το 
«έχε γεια» τους – 
και όχι για το «αντίο» τους,
Για το ότι
στο ψέμα τους μέσα τόσο αρχοντικά περήφανες είναι
που μας χαρίζουν τα ευλογημένα δεινά
και της μοναξιάς τους πανέμορφους καρπούς. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου