Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Ίγκεμποργκ Μπάχμαν, Κάθε μέρα


VELA ZANETTI, Mankind's Struggle for Lasting Peace (1953)


Μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου

Ο πόλεμος δεν κηρύσσεται πια
αλλά συνεχίζεται. Το ανήκουστο
γίνεται καθημερινό. Ο
ήρωας μένει μακριά απ’ τους αγώνες. Ο αδύνατος
μετακινείται στις ζώνες πυρός.
Στολή της ημέρας είναι η υπομονή,
η διάκριση το φτωχικό αστέρι
της ελπίδας πάνω απ’ την καρδιά.
Απονέμεται,
όταν πια δεν συμβαίνει τίποτε,
όταν καταπαύουν τα πυρά,
όταν ο εχθρός γίνεται αόρατος
και η σκιά αιώνιου εξοπλισμού
σκεπάζει τον ουρανό.
Απονέμεται
για τη λιποταξία από τις σημαίες,
για τη γενναιότητα προς τον φίλο,
για την προδοσία ανάξιων μυστικών
και την μη τήρηση
κάθε διαταγής.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Χάινριχ Χάινε, Πες, η αγάπη τι έχει γίνει;


EUGÈNE ANATOLE CARRIÈRE, Sleep (1897)


(Μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη /  25+6 ποιήματα, εκδ. Στοχαστής)

Πες, η αγάπη τι έχει γίνει,
στα τραγούδια σου που υμνούσες,
της καρδιάς η φλόγα εκείνη,
που σ’ εθέρμαινε κι εζούσες;»

Είναι η φλόγα στάχτη κρύα,
είναι τάφος η καρδιά μου,
κι είναι οι στίχοι σαν υδρία
με την τέφρα του έρωτά μου.


Christian Johann Heinrich Heine  13 December 1797 – 17 February 1856

Χάινριχ Χάινε, Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε

EDVARD MUNCH , Seperation (1896)


(Μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη /  25+6 ποιήματα, εκδ. Στοχαστής)


Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι' αυτό να μιλήσουν.
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα,
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.




Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ' όνειρο μόνο ειδώθηκαν.
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν, ή αγαπηθήκαν;


Clara SCHUMANN, Lied opus 13 n° 2 "Sie liebten sich beide" (Heinrich HEINE)

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Σύλβια Πλαθ, Μπαμπάς

12 Οκτώβρη 1962

ZDIZSLAW BEKSINSKI   Untitled



(Από το Σύλβια Πλαθ, 2012, Άριελ, μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου & Ελένη Ηλιοπούλου, σελ. 107. Εκδόσεις Μελάνι)



Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις
πια, μαύρο παπούτσι
που μέσα σου έζησα σαν πόδι
τριάντα χρόνια, κάτασπρο και φτωχό,
χωρίς να τολμώ να ανασάνω ή να φταρνιστώ.

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.
Πέθανες προτού προλάβω —
ασήκωτος σαν μάρμαρο, ένα τσουβάλι γεμάτο Θεό,
αποτρόπαιο άγαλμα με ένα δάχτυλο ποδιού μελανό
μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

και το κεφάλι στον φρικτό Ατλαντικό
όπου η βροχή βάφει πράσινο το κυανό
στα νερά έξω απ’ το όμορφο Nauset.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γερμανική γλώσσα, στην πολωνική πόλη
που ισοπέδωσε ο οδοστρωτήρας
του πολέμου, του πολέμου, του πολέμου.
Όμως το όνομα της πόλης είναι κοινό.
Η Πολωνέζα φίλη μου

είπε πως υπάρχουν ντουζίνες δυο
κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσα να βρω
το ίχνος σου, τη ρίζα σου
ποτέ δεν μπόρεσα αυτά που ήθελα να σου πω.
Η γλώσσα μου κολλούσε στον ουρανίσκο.

Κολλούσε σε θηλιά από σύρμα αγκαθωτό.
Ich, ich, ich, ich.
Λέξη δεν μπορούσα να αρθρώσω σχεδόν.
Εσένα έβλεπα σε κάθε Γερμανό.
Κι η γλώσσα αισχρή

μια ατμομηχανή, μια ατμομηχανή
σαν να ήμουν Εβραία μ’ έπαιρνε μακριά από δω.
Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραία να μιλώ.
Εβραία πως θα ‘μαι θαρρώ.

Τα χιόνια του Τιρόλου, η κρυστάλλινη μπίρα της Βιέννης
ούτε το ‘να ούτε τ’ άλλο απόλυτα καθαρό ή αληθινό.
Με την τσιγγάνα προγιαγιά μου το αλλόκοτο μου ριζικό
και τα χαρτιά μου τα ταρό και τα χαρτιά μου τα ταρό
λιγάκι Εβραία πως είμαι θαρρώ.

Πάντα σε φοβόμουν εγώ,
με τη Lufrwaffe σου, τ’ αλαμπουρνέζικά σου.
Το μικρό σου το μουστάκι
και το άριο μάτι σου, γαλάζιο φωτεινό.
Panzer-man, Panzer-man, αχ Εσύ —

ZDIZSLAW BEKSINSKI   Untitled



δεν είσαι Θεός παρά σβάστικα μαύρη
που κρύβει ολόκληρο τον ουρανό.
Όπως όλες οι γυναίκες έναν φασίστα αγαπώ,
την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη
κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν εσένα.

Στέκεσαι στον πίνακα, Μπαμπά,
στη φωτογραφία που κρατώ,
δεν έχεις δίχηλη οπλή παρά πιγούνι σχιστό
κι όμως διάβολος είσαι σωστός
είσαι ο άντρας ο σκοτεινός

που την όμορφη κόκκινη καρδιά μου έσκισε στα δυο.
Όταν σ’ έθαψαν ήμουν δέκα χρονών
και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
για να έρθω πίσω, πίσω σε σένα.
Και στα κόκαλα ακόμη θα μπορούσα να αρκεστώ

μα με ανάγκασαν όρθια ξανά να σταθώ
και με κόλλα με συναρμολόγησαν.
Κι έπειτα βρήκα ποιο ήταν το σωστό.
Έφτιαξα ένα μοντέλο με σένα ολόιδιο
έναν άντρα με μαύρα και βλέμμα Meinkampf

και μια κλίση στον πόνο και το μαρτύριο.
Και τον παντρεύτηκα δίχως δισταγμό.
Κι έτσι μπαμπά, μπορώ τώρα τέλος να πω.
Το μαύρο τηλέφωνο ξερίζωσα απ’ την πρίζα
κι οι φωνές δεν θα έρπουν πια ως εδώ.

Τι να σκοτώνεις έναν άντρα, τι δυο —
τον βρικόλακα που παρίστανε εσένα
και ολόκληρη χρονιά μού ρουφούσε το αίμα
εφτά χρονιές, αν θες να μάθεις.
Μπαμπά, τώρα πια μπορείς ν’ αναπαυθείς.

Στην μαύρη σου καρδιά είναι μπηγμένο ένα παλούκι χοντρό
ποτέ δεν σε χώνεψε το χωριό.
Επάνω σου έστησαν τώρα χορό.
Σε είχαν καταλάβει απ’ την αρχή.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, μπορώ τώρα τέλος να πω.

ZDIZSLAW BEKSINSKI   Untitled


Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις
Άλλο πια, παπούτσι μαύρο

Που μέσα του έζησα σαν πόδι

Τριάντα χρόνια, αφελής και κακομοίρα,
Μετά βίας τολμούσα να ανασάνω ή να κάνω Αψού.

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.
Πέθανες πριν βρω τον χρόνο…
Βαρύς σαν μάρμαρο, σάκα γεμάτη με Θεό,
Άγαλμα φρικτό με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι
Μεγάλο σαν του Φρίσκο φώκια

Κι ένα κεφάλι  στον ιδιότροπο Ατλαντικό
Εκεί που πράσινο του φασολιού χύνεται μες στο μπλε
Στα νερά έξω από το όμορφο το Νώσετ.
Κάποτε προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη Γερμανική, στης Πολωνίας την πόλη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Των πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πόλης είναι πολύ κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουν καμιά εικοσαριά.
Έτσι λοιπόν δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω πού
Πάτησες το πόδι σου, τη ρίζα σου, 
Ποτέ δεν μπόρεσα να σου μιλήσω.
Η γλώσσα κόλλαγε στα δόντια μου.

Κόλλαγε στα αγκάθια ενός συρματοπλέγματος.
Ich, ich, ich, ich,
Με το ζόρι μπορούσα να μιλήσω.
Νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα πρόστυχη

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που σαν Εβραία με ξεπέταγε.
Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα να μιλάω σαν Εβραία.
Νομίζω κάλλιστα μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τυρόλου, η μπύρα η διάφανη της Βιέννης
Δεν είναι και πολύ αγνά ή αληθινά.
Με την τσιγγάνα πρόγονό μου και την τύχη την αλλόκοτη
Και την Ταρό μου τράπουλα και την Ταρό μου τράπουλα
Μπορεί να είμαι λίγο Εβραία.

Πάντα σε φοβόμουνα
Με τη Λουφτβάφε σου, τις μπούρδες σου
Και το περιποιημένο σου μουστάκι
Και το Άρειο το μάτι σου, λαμπερό γαλάζιο.
Άνθρωπε-panzer, panzer, Ω Εσύ…

ZDIZSLAW BEKSINSKI   Untitled



Όχι Θεός αλλά μια σβάστικα
Τόσο μαύρη που κανείς ουρανός δεν θα τρυπούσε.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν Φασίστα, 
Στο πρόσωπο την μπότα, την κτηνώδη
Κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα.

Στέκεσαι μπρος στον πίνακα, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που έχω από σένα,
Το πιγούνι σου διχαλωτό κι όχι το πόδι
Μα όχι λιγότερο διαβολικός, όχι ούτε
Καθόλου λιγότερο ο μαύρος άντρας που στα δυο

Έκοψε με τα δόντια του την κόκκινη όμορφη καρδιά μου.
Ήμουνα δέκα όταν σε θάψανε.
Στα είκοσί μου να πεθάνω θέλησα
Και να γυρίσω πίσω, πίσω, πίσω σε σένα.
Σκέφτηκα πως ακόμη και τα κόκαλα θα αρκούσαν.

Μα με βγάλανε από τον σάκο,
Και με ξανακολλήσανε.
Και τότε κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Έφτιαξα ένα ομοίωμά σου,
Έναν άντρα στα μαύρα με βλέμμα Meinkampf

Και αγάπη για τη βίδα και τη μέγγενη.
Και είπα δέχομαι, ναι.
Έτσι μπαμπά, επιτέλους τέλειωσα.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζώθηκε,
Από μέσα του δεν θα ξανασυρθούν φωνές.

Αν έναν άντρα σκότωσα, έχω σκοτώσει δύο…
Τον βρικόλακα που έλεγε πως είσαι εσύ
Και μου έπινε το αίμα για ένα χρόνο,
Εφτά χρόνια, αν θες να ξέρεις.
Μπαμπά, ξάπλωσε τώρα.

Στη μαύρη σου χοντρή καρδιά ένα παλούκι
Κι οι χωρικοί ποτέ δεν σε συμπάθησαν.
Χορεύουνε και σε ποδοπατούν.
Πως ήσουν εσύ πάντα το ξέραν.
Μπαμπά, μπαμπά, γαμώτο σου, τέλειωσα.

ZDIZSLAW BEKSINSKI   Untitled


- "με ένα γκρίζο δάχτυλο στο πόδι" : Ο πατέρας της Πλαθ, Ότο Πλαθ, καθηγητής Γερμανικών και Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, είχε πάθει γάγγραινα στο πόδι, ως επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη από τον οποίον υπέφερε.

- "Νώσετ": παραλία βόρεια της Βοστόνης, τόπος παιδικών διακοπών της ποιήτριας.

- "Στης Πολωνίας την πόλη": Grabow, πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Ότο Πλαθ.

- "panzer": σημαίνει πανοπλία στα γερμανικά. Επίσης, τύπος αρμάτων μάχης στον Β' Παγκόσμιο. 

- "Meinkampf": "Ο Αγών μου" - αυτοβιογραφικό και προπαγανδιστικό βιβλίο του Χίτλερ.


- άλλα γερμανικά στο κείμενο: Ich=Εγώ
                                              Ach, du=Ω, εσύ 

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Ιωάννου, Το διάστημα της σιωπής


JOHANN HEINRICH FÜSSLI, Silence (1799-1801)

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)


Με κέρδισε ο φόβος μου – τίποτα δεν υπάρχει.
Χαμένος μες στους δρόμους, μες στα σινεμά,
δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει.
Με γύμνωσε ο πανικός, με τίναξε,
με τις καθημερινές, με τις επίμονες παρεμβολές του.
Πυκνώνουν, δένουν μέσα στα συμπτώματα,
το διάστημα της σιωπής μικραίνει.


Κανείς – ούτε η μητέρα δε με σώζει.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Γιάννης Νεγρεπόντης, Φυλάττειν Θερμοπύλας


ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ, Μάχη Θερμοπυλών 



1968  Εξορία Παρθένι, Λέρου

Υπήρξε μιά εποχή, υπήρξε
υπήρξε ένας καιρός
όπου τα πάντα ήταν μια υπόσχεση 
οι δρόμοι τα σπίτια
των ανθρώπων τα βλέμματα
η Αθήνα η Ελλάδα
ο κόσμος ολόκληρος
οι παρούσες ημέρες κι οι μέρες
που έρχονταν.

Υπήρξε εκείνη η εποχή, υπήρξε
υπήρξε εκείνος ο καιρός
όπου τα πάντα ήταν μια υποδοχή
κι εγώ, εγώ ένας θρίαμβος
εγώ ένας ακάθεκτος κατακτητής 
εγώ ένας Πρίαπος
ορμητικός ακράτηγος
εγώ ένας ποταµός
εγώ ολόκληρος ένας φαλλός
τον κόσµο να βατέψω
στα χέρια και στα σκέλια μου να σφίξω
και μέσα του να σπείρω
της ύπαρξής μου το καυτό σπέρμα 
ανά τους αιώνες.

Τί εποχή! Τί εποχή!

Κι όμως υπήρξε αληθινά
υπήρξε εκείνη η εποχή
όταν ο κόσμος ήτανε ζεστός
γλυκός. απλός και ζωντανός
αβυσσαλέα ποθητός
ως ένα ανθισμένο στην ώρα του λουλούδι.

Ώ, ο κόσμος, ο κόσμος
αυτό το απίθανο
της κάθε στιγμής με τη στιγμή
από το χάος αναδυόμενο
μυρίων ονείρων όνειρο.

Ανάμεσα σε τόσα έμπνεα μάρμαρα
σε τόσον πηλό εμφυσημένον πνεύματος
σε τέτοια παρουσία ανθρώπων
από χιλιετηρίδες
σ' αυτή τη διαρκή αποκάλυψη της Αγάπης
ολόκληρη τη μέρα ειδωλολατρης
χαρισμένος τού Απόλλωνα
και τη νύχτα, τη νύχτα
ένας Διόνυσος Χριστιανός
τον κόσμο ανακαλύπτα
δοκιμαζόμουνα απ' τον κόσμο
τον Κόσμο! Τον Κόσμο!
 Αυτό το αειθαλές, αυτό το αειπάρθενο
ξάφνιασμα των αισθήσεων
την αέναη τούτη τού πνεύματος έκσταση.

Ναι, ναι, υπήρξε μιά εποχή
που η ψυχή μου ήταν τρυφερή
όπως τα χέρια ερωτευμένου
πριν η μανία τα κερδίσει
κι ήτανε σκοτεινή
όπως τα μάτια κάποιου που το φόνο μελετάει
κι ήταν σκληρή
όπως εκείνου που πήρε την απόφασή του
κι ήταν αγνή
όπως τού νέου προσήλυτου.

Ήμουνα τότε διαθέσιμος
κι έτοιμος γιά όλα
ήμουνα ωραίος.

Δάση οι σημαίες γύρω μου
ρόγχος ποτάμιος οι ιαχές
δέους βροντές οι γόοι κι οι κραυγές

ανάμεσα σε τόσα πρόσωπα πυρωμένα
δικαιωμένα της έξαρσης
ανάμεσα σε τόσα πρόσωπα ωραία

όσον ποτέ πιστός
όσον ποτέ ωραίος

Το Λαό μου εδόξαζα
τον αθάνατο τούτο
της γης Μέγα Φοίνικα..

Τι εποχή! Τι εποχή!

Έζησα αυτήν την εποχή
ήμουν παρών σ' αυτήν την εποχή
ήταν δική μου αυτή η εποχή
ένα με το κορμί μου
ένα με την ψυχή µου.

Πώς γίνεται ποτέ και τι μπορεί
να μου τη θάψει
όσον εγώ θα ζω θα υπάρχω
θα θυμάμαι, πως;

Βράδυα και βράδυα
στο Ηρώδειο, στην Πνύκα
πρωινά και πρωινά
μεσημέρια και μεσημέρια
θάλασσες απαστράπτουσες
και θάλασσα με συννεφιά
θαυμάσια απογεύματα
Θέατρον Διονύσου
κάλλος το τραγικό
διαρρέει τα πάντα
εξαίσια δειλινά
μελιά μενεξελιά
χάλκινα χρυσαφιά
των χρωμάτων η δόξα
η υπέρλαμπρη, η άφατη.

Δόξα σοι φως
Δόξα σοι όμμα του ανθρώπου
βράδυ ή πρωί
μεσημέρι ή απόγευμα
όλες τις εποχές κι όλες τις ώρες
η Αθήνα πάντα ωραία
η Αθήνα, η Αθήνα
πάντα η Αθήνα.

Υπήρξε άραγε ποτέ
να υπάρχει τάχα ακόμα
ή μη κι ένα παιχνίδι
ήταν όλο αυτό
όνειρο που δεν λέω να ξεχάσω.

Μα όχι, όχι δεν μπορεί.
Κι αν όλη μου η ζωή ένα ψέμα
όχι όμως εκείνη η Εποχή
όχι όμως η Αθήνα.

Δρόμοι και σπίτια και πλατείες
αρχαίοι ναοί
και της Χριστιανοσύνης εκκλησιές
θέατρα αρχαία και θέατρα νέα
πάρκα και κτίρια και σχολεία
και εργοστάσια κι αγορές
και παιδικές χαρές και µαγαζιά
και καφενεία και νεκροταφεία
και γυμναστήρια και Μουσεία
κίνηση καθημερινή
και κυριακάτικη ερημιά.

Κι οι άνθρωποι... ά, οι άνθρωποι
αυτό τ' αγάλματα
που παίρνανε τους δρόμους.
Γριά πολύπειρη πόρνη μα και Παρθένα
Κύπρις και Παναγία η Αθήνα
κάθε φορά στο χείλος της αβύσσου
όλα ή τίποτα και τίποτα και όλα
μόνο να ζω, να ζω
βαθιά μου ν' ανασταίνω αυτό το θαύμα
αυτή τη δόξα των αισθήσεων
την αέναη τούτη, την ασίγαστη τούτη ροή
τον πολυσήμαντο της ύπαρξης θρίαμβο.

Πώς μπορεί να 'ναι όνειρο
πως μπορεί να 'ναι ψέμα
αυτό που είναι του κορμιού μου
αυτό που είναι της ψυχής μου
αυτό που πέρα κι από μένα
του ίδιου του Λαού μου είναι ιστορία...

Αθήνα, Αθήνα
Αθήνα του Τριανταέξι
Αθήνα του Σαράντα
της νίκης και της έξαρσης
Αθήνα μου της Κατοχής
Αθήνα των οδοφραγµάτων
Αθήνα της σιωπής και των αλαλαγμών
Αθήνα, Αθήνα
συλλαλητήρια, διαδηλώσεις κι απεργίες
Αθήνα θούρια νικητήρια
κι Αθήνα πένθιμα εμβατήρια
πόλη του πόνου και της απαντοχής
Αθήνα των αγώνων
κυνηγημένη πολιορκημένη
σιδεροδέσμια και καθημαγμένη
παράνομη ηττημένη
µα πάντα αντιστεκόμενη
και πάντα ανυπόταχτη
Αθήνα πάντα Αθήνα.

"Ηταν που ο κόσμος ήταν νέος;
"Ηταν που εγώ ο ίδιος ήµουν νέος;

Σε μένα που αξιώθηκα μιας τέτοιας εποχής
αταίριαστοι τέτοιοι συμβιβασμοί.
Δε θα τρομάξω το χρησμό
όσο σκληρός και αμετάκλητος κι αν είναι.
Ο κόσμος τότε ήταν μέλλον
θάλλουσα η δάφνη
και η παγά λαλέουσα.

Λαλέουσα η παγά

μοίρα μου η μοίρα του Λαού µου

λυγμός μου ο λυγμός του

κραυγή μου η κραυγή του

πόνος μου ο πόνος του

ήττες μου οι ήττες του
οι νίκες του νίκες μου

οι πόθοι του πόθοι μου
σκοπός μου ο σκοπός του

πάντα λαλέουσα η παγά

κι ο κόσμος μόνο μέλλον
εμπρός εμπρός
και ες αεί εμπρός....

Ω, ναι, υπήρξε εκείνη η εποχή
που ο κόσμος ήταν φως
θούριο φωτιά εμβατήριο
ο κόσμος ήταν δίνη
ο κόσμος μέλλον
ο Κόσμος ες αεί εμπρός...

Τώρα εδώ
ακίνητος άπραγος
παγωμένος
παντού γύρω μου
πρόσωπα κουρασμένα
αίσθηση στάχτης.

Όλα μικρά
τι ερημιά
αυτές οι καθημερινές
τών πρώτων αναγκών μας
ασχολίες.

Ο καιρός να περνάει
η ώρα να περνάει
τίποτα πιά
δεν έχει σημασία.

Πότε Δευτέρα πότε Κυριακή
μέρα με την ημέρα
σπρώχνουμε τον καιρό.
Τα ίδια και τα ίδια ξαναλέµε
µιά μάζα όλοι ας
κάποτε υγρή
και κάποτε στεγνή
μα πάντα από στάχτη...

Ω Θεέ µου
τι κούραση αυτή η ακινησία
τι κούραση αυτή η ερημιά...

Στάχτη μέσα στις στάχτες
το κορμί μου - απελπισία
πώς να γινόταν να ξεχάσω
όλη την προηγούμενη ζωή µου;
Πώς να γινόταν να ξεχνάω
στιγμή με τη στιγµή
ερείπια πάνω στα ερείπια
πώς, Θε' μου, να χανόμουν;

Πολλά μας βρήκαν 
και τα χειρότερα
απ΄ τα μέσα. 
Τ' απόρθητα κάστρα
τα μεγάλα 
ποτέ δεν πέφτουν
απ' τα έξω. 
Το λάλον ύδωρ
απερίσκεπτα
αφήσαμε να χυθεί.

Τώρα οι Ερινύες
τον ύπνο και τον ξύπνιο μας
ταράσσουν.

Και μεις, αθύρματα,
πιστεύουµε πως κάτι κάνουμε
πιστεύουµε πως είναι δυνατόν
αυτές να εξευμενίσουμε
το μερτικό του ο καθένας
της ενοχής μετριάζοντας 
ή σε άλλους αποδίδοντας. 

Α, αυτός ο παγερός
αέρας της αμφιβολίας
δεν μ' αφήνει
τρώει τις σάρκες μου
γδέρνει το μυαλό μου
το χρόνο μου 
απογυμνώνει.

Μόνος μου, μόνος.
Το κάθε τι
μες απ' τα δάχτυλά μου
όπως η άμμος χάνεται.
Κάθε πρωί ο ήλιος 
τεφρός και παγώμένος 
κι οι νύχτες μου μαύρες στάχτες.
Τι θα μπορούσε πια 
αυτή την άγρια 
μοναξιά μου να μερώσει.
Τι άλλο από την παραίτηση.
Όμως ακόμα δεν μπορώ 
έχω ακόμα μνήμη
και να παραιτηθώ 
δεν το μπορώ 
ακόμα αμφιβάλλω 
θυμάμαι ακόμα 
μου απομένει ακόμα η πίστη,
όπως και νά'χει 
έτσι κι αλλιώς υπάρχω.

Κι υπάρχω
ανάμεσα σε τόσους
τάφους προγονικούς
επιγραφόμενους και μη
«Ω ξείν' αγγέλλειν»
και σε τύμβους
αγνώστων «διά χρόνου πλήθος»
οστών καθηγιασμένων
διά την ελευθερίαν πεσόντων.


Κι υπάρχω
σ' αυτόν τον τόπο
ένθα ο πόνος επερίσσευσεν
ως επερίσσευσεν
ο έρως
διά την ελευθερίαν.

Κι υπάρχω
ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες
και στις «τάν ή επί τάς» στενωπούς
σ' αυτήν την κώχη της υπομονής
που τόσα τραγούδια
θλίψης και καρτερίας
ένα με το κορμί μου
ένα με την ψυχή μου
έχουν δέσει.

Πάλι με χρόνια με καιρούς
Ακόμα τούτ' την Άνοιξη
Πότε θα Φλεβαρίσει
Ως που νά' ρθει κάποια μέρα.

Μοίρα μου η μοίρα του Λαού μου
- φυλάττειν Θερμοπύλας,
πεδία µαχών
και τόπους εκτελέσεων
πάντα χώρον
όπου το φρόνημα
δεν εγονάτισεν
φυλάττειν.

Της ελευθερίας τα έργα
φυλάττειν.

Παρθενώνα και θέατρον Διονύσου
και Περικλέους Επιτάφιον
και Ελληνικήν Νομαρχίαν
και Σύνταγµα των Ελλήνων
φυλάττειν
και παν της ελευθερίας έργον
μεγάλο ή μικρόν
ισοβίως φυλάττειν.

Άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται
οχυρά ανυψούνται και πίπτουν
σάρκες εισίν και πέτρες και σίδηρο,
της ελευθερίας η αίσθηση
η μόνη ακατάλυτη
και η πίστη σ' αυτήν
η μόνη διασώζουσα
των ανθρώπων το γένος
η μόνη φυλάττουσα
αμόλυντο κι αγνό 
του κόσμου τ' ανάβλεμμα.

Πάνω απ' τα πρόσκαιρα ερείπια
του καιρού σου τη στάχτη
ανορθώσου ψυχή μου
στου Λαού σου τ' ανάστημα
το αναντίρρητον τούτο
ωραιότατον καύχημα.

Ενθυμού του Λαού σου τα Τέκνα
και τα έργα αυτών
υπέρ του κάλλους
τα αγωνιζόμενα έργα.
Ενθυμού τους προγόνους
από των πρώτων τον τόπον τούτο
κατοικούντων
έως του Σολωμού και Κάλβου
και Καβάφη
κι ενθυμού Σικελιανόν
και πάντας τους μάρτυρας
τους αγωνιστάς και μάχητας
τους από παντός βέλους άτρωτον
συντηρήσαντας του ανθρώπου
το ανάστημα.

Ουκ απέσβετο ύδωρ το λάλον
κι αν η τέφρα για λίγο τα μάτια τυφλώσει
κι αν η τέφρα για λίγο το νου σου θολώσει
επικαλέσου Κύριο τον Λαό σου
Λαό σου τον αγωνιστή
τον αθλοφόρο
τον πανδαμάτορα.

Λαέ μου και Κύριε
βοήθησόν με Λαέ μου
Ανταίε και Σίσυφε
Λαέ μου Οδυσσέα
Τυραννοκτόνε Λαέ µου
βοήθησόν με, βοήθησόν με
Λαέ Προμηθέα
φώτισόν μου τον νού

Κρήνη βρύουσα Συ
κρουνούς ιαμάτων
ίασον την ψυχήν μου
ότι ασθενής ειμί
και αμφιβάλλων.
Λαέ μου και Κύριε
βοήθησόν με, βοήθησόν με
Κύριε και Λαέ μου.

Εντειχισμένος στο σώμα μου
έγκλειστος στην ψυχή μου
τυφλός, κουφός, βουβός
ήμουν ο άνους..
Μικρός όσον έπίστευα μεγάλος
κι έπαιρνα τους κρωγμούς μου
για τραγούδι ο μωρός,
δεν τό' ξερα τι θάμα είναι μεγάλο
η Δευτεριά με το Λαό.

Ουκ απέσβετο ύδωρ το λάλον.
Ανέβλεψα, ακούω, δοξάζω
είμαι ελεύθερος.
Ναι, τώρα µπορώ να πώ:
Υπάρχω.

Υπάρχω, υπάρχω
δωρούμενος χαράν την υπερτάτην
την άφατον χάριν δωρούμενος.

Αίνει ψυχή μου
Κύριον τον Λαόν σου
τον πανθαύμαστον αίνει.

Δόξα σοι Κύριε και Λαέ μου
της ελευθερίας δόξα σοι πρόιιαχε
της αληθείας υπέρμαχε
πανδαμάτορα δόξα σόι.
Δόξα σοι, ότι μόνος εσύ
του κόσµου το φως κι η δικαίωση.
Δόξα σοι Λαέ μου και Κύριε
ότι μόνος εσύ
ανά τους αιώνας
ελπίς του κόσμου
αμάραντος υπάρχεις,
ότι μόνος εσύ
ο αθάνατος.
Δόξα σοι.