Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Λιούις Κάρολ, Η Φώκια και ο Μαραγκός (από το «Μέσα απ' τον καθρέφτη»)



 ( Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη
   Εικονογράφηση: Sir John Teniel )


Ο ήλιος έλαμπε στο ακρογιάλι
Έλαμπε στ' ακρογιάλι φοβερά
Όλη τη δύναμη του είχε βάλει
Τα κύματα να κάνει αστραφτερά
κι αυτό ήταν παράξενο κομμάτι
γιατί ήταν μεσάνυχτα και κάτι!

Έλαμπε σκυθρωπά και το φεγγάρι
Σκεφτόταν: «Μα δεν είναι δυνατόν!
Δουλειά δεν έχει ο ήλιος, που να πάρει,
Τι λάμπει έτσι, νυχτιάτικα , λοιπόν;
Είναι μεγάλη αγένεια που πάει 
Τη διασκέδαση μου και χαλάει!».

Η θάλασσα ήταν πολύ βρεγμένη
Τα βότσαλα ήταν πολύ στεγνά
Δεν ήταν η νυχτιά συνεφιασμένη
Και σύννεφα δεν είχε πουθενά
Ούτε πουλιά πετούσαν στον αέρα
Γιατί κανένα δεν υπήρχε πέρα ως πέρα!




Ο Μαραγκός κι η Φώκια περπατούσαν
Πήγαιναν αγκαζέ και σιωπηλοί
Και κάθε τόσο σταματούσαν και θρηνούσαν
Γιατί η άμμος ήτανε πολλή.
«Αχ, αν τη σκούπιζε κανένας» λέγαν.
«Θα 'τανε πιο καλά» λέγαν και κλαίγαν.

«Αν έξι υπηρέτριες σκουπίζαν
Με έξι σκούπες, συστηματικά
Σε ένα χρόνο θα την καθαρίζαν;
Τι λες;» είπε η Φώκια σκεφτικά.
Κι ο Μαραγκός είπε: «Πολύ αμφιβάλλω».
Δάκρυ πικρό σκουπίζονατς μεγάλο.

Ύστερα η Φώκια παρακάλεσε τα Στρείδια
«Πάμε μια βόλτα; Θα περάσουμε καλά
Αποφασίστε ποιοι θα 'ρθουν, εσείς τα ίδια.
Εμείς σας θέλουμε όλους», είπε, «αλλά
Αν πρέπει απ' το χέρι να πιαστούμε,
Πάνω από τέσσερις, νομίζω, δεν μπορούμε».

Το πιο γέρικο Στρείδι δε μιλούσε
Κοίταζε και δεν έβγαζε μιλιά.
Μονάχα το κεφάλι του κουνούσε
Καθως καθόταν στην ακρογιαλιά
Δείχνοντας ότι δεν επιθυμούσε
Να ξεκολλήσει από κει που κατοικούσε.

Τρέξανε όμως κατενθουσιασμένα
Τέσσερα άλλα Στρείδια, νεαρά
Έτοιμα ήρθαν, με τα ρούχα βουρτσισμένα
Και με παπούτσια γυαλισμένα, αστραφτερά.
Κι αυτό ήταν παράξενο λιγάκι
Γιατί δεν έχουνε τα Στρείδια ποδαράκι!

Τέσσερα άλλα Στρείδια πλησιάσαν
Και ήρθαν και άλλα τέσσερα μετά.
Κατόπιν άλλα τόσα καταφθάσαν
Κι ύστερα τρέξαν κι άλλα, αρκετά.
Στα κύματα πηδούσαν τ' αφρισμένα
Και γέμισε η ακτή Στρείδια θρεμμένα.

Η Φώκια κι ο Μαραγκός παρέα
Μ' όλα τα Στρείδια περπατήσαν αρκετά
Και κάτι βράχια βρήκανε ωραία
Να κάτσουν να μιλήσουν φιλικά.
Σταθήκανε κι όλα τα Στρείδια στη σειρά
Και περιμέναν την κουβέντα με χαρά.




Κι η Φώκια είπε: «Αγαπητά μου Στρείδια,
Ας κουβεντιάσουμε, λοιπόν, διεξοδικά
Για φίδια, για καρύδια, για σκουπίδια,
Για Βασιλιάδες και λαχανικά
Αν βράζουν του πελάγου τα νερά
Κι αν τα γουρούνια έχουνε φτερά».

«Ας περιμένουμε λιγάκι», είπε ένα Στρείδι,
«Μια ανάσα για να πάρουμε, μικρή,
Έχουμε βλέπεις, λαχανιάσει όλοι ήδη
Γιατί είμαστε όλοι μας χοντροί!»
«Μα δε βιαζόμαστε», είπε ο Μαραγκός, «θαρρώ»
Και τον ευχαριστήσαν όλοι, εν χορώ.

«Μας λείπει», είπε η φώκια, «μια φρατζόλα
Κι αν είχαμε φροντίσει πιο νωρίς
Για ξίδι και πιπέρι, θα 'ταν όλα
Τέλεια, μα όλα να τα 'χεις δεν μπορείς...
Και τώρα έτοιμοι, αγαπητοί μου; Πάμε!
Ελάτε ένας ένας να σας φάμε!»

«Να φάτε εμάς; φωνάζαν τα καημένα
Χλωμιάζοντας από το φόβο φοβερά.
«Ποιός το περίμενε; Τα έχουμε χαμένα
Απ' την κακή σας συμπεριφορά!»
Κι είπε η Φώκια: «Όμορφη βραδιά...
Δεν την απολαμβάνετε, παιδιά;»

«Ήτανε τόσο ευγενικό μαζί να 'ρθείτε
Παρέα για να πάμε εκδρομή
Είστε εντάξει, αλήθεια, ό,τι κι αν πείτε...»
Κι ο Μαραγκός είπε απλώς: «Ψωμί, ψωμί!»
Είσαι κουφή; Μα δεν μπορώ όταν πεινάω
Συνέχεια ψωμί να σου ζητάω!»

«Νομίζω πως τα Στρείδια την πατήσαν
κι είναι ντροπή...» είπε η Φώκια σκεφτικά.
«Τα κάναμε τόσο πολύ και περπατήσαν,
Τα φέραμε ως εδώ, και τελικά...»
Κι ο Μαραγκός είπε απλώς: «Δώς μου κι άλλο
Και λίγο βούτυρο στη φέτα μου να βάλω!».

«Θρηνώ για σας» είπε η Φώκια λυπημένα.
Να ξέρατε, πολύ σας συμπονώ...»
Διάλεγε με λυγμούς τα πιο θρεμμένα
Κι έτρωγε ασταμάτητα, ενώ
Τα δάκρυα σκούπιζε με το μαντίλι
Και σκούπιζε βεβαίως και τα χείλη.




«Ε, Στρείδια», είπε ο Μαραγκός, «νομίζω
Περάσαμε πολύ πολύ καλά!
Θέλετε τώρα να γυρίσουμε, ελπίζω;»
Μα δεν ακούστηκε κανένα να μιλά...
Κι αυτό δεν παραξένεψε κανένα
Αφού ήταν όλα πλέον φαγωμένα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου