Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Αλέξανδρος Σούτσος, Σάτυρα Πρώτη

ΜΠΟΣΤ:  Ο κυβερνήτης του ιστιοφόρου «Ζάλονγκον»- ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ταξιδεύει στη Γερμανία για να ζητήσει δάνειο



ΣΥΝΤΕΘΕΙΣΑ ΤΟ 1826 ΙΟΥΛΙΟΝ ΜΗΝΑ

     Την μάστιγα της σάτυρας ας λάβωμεν μe θάρρος
Και του χεριού μας ο Γραικός ας αισθανθή το βάρος.
Είναι καιρός οι Προύχοντες του Γένους να ιδώσι
Ταις λάσπαις οπού κοίτονται καί νά διορθωθώσι.
Κενόδοξοι καi φίλαρχοι, τυφλοί από τα πάθη,
Πίπτουν αυτοί και μας τραβούν εις των κρημνών τά βάθη·
Το ψευδός, o εγωισμός κινεί τα στόματά των,
Και είναι η διαίρεσις το μόνον σύστημά των.
Γνωρίζω ενα εξ αυτών, μεγάλον Μακιαβέλην
Εις τούτου την υπόκρισιν δεν φθάνει κάνεις Έλλην.
Αν τον ακούσης, δεν ζητεί τας πρωτοκαθεδρίας,
Πλην σαν ποκάμισα ποθεί ν’ αλλάζη τας αξίας.
Ολ’ αι φατρίαι πίπτουσι, μόνον αυτός δεν πίπτει,
Διότι όλαις απατά και όλαις κάτω ρίπτει.
'Ολους φρονεί ως σκύβαλα, πλην ολους κολακεύει·
Τον απειλείς; χαμογελά· τον βρίζεις; σε χαϊδεύει·
Εις τ’ άδυτα των σπλάγχνων του κανένας δεν έμβαίνει,
Και η ψυχή του εις αυτόν τον ίδιον κρυπτή μένει.
Αυτόν ζητούν οι δυνατοί αυτόν, νά μιμηθώσι·
Καθώς αυτός, επιθυμούν τον κόσμον ν’ άπατώσι.


Καμμίαν βάσιν στερεάν ’ς τάς πράξεις των δεν έχουν,
Κ’ εις σκοτεινόν Λαβύρινθον, ώς τύχη, ολοι τρέχουν.
Ο σταθερός των χαρακτήρ είναι ή αστασία·
Δύο Γραικοί, γνώμ’ εκατόν· από αυτάς καμμία 
Δεν εκτελείται πώποτε, καθείς πρωτεία θέλει,
Και αν τό έθνος του χαθή, τελείως δεν τον μέλει·
Κανείς δεν έμεινε Γραικός· ο ενας είναι Γάλλος,
Εκείνος είναι Μόσκοβος καί 'Αγγλος ειν’ ο άλλος
 'Ενας τον άλλον πολεμεί, ένας τον άλλον ρίπτει,
Κτίζει αυτός, άλλος χαλνά, και η πατρίς μας πίπτει.
Ο στρατηγός τον στρατηγόν, οπλίτης τον οπλίτην,
O γεωργός τον γεωργόν, πολίτης τον πολίτην,
O πλούσιος τον πλούσιον, φατρία την φατρίαν,
Κρημνίζει με σκληρότητα εις άβυσσον αγρίαν.
  'Αλλα αντ’ άλλων κάμνομεν· μας σύρει τυφλή τύχη,
Τά βώδια φέρ’ ή άμαξα καί τρέχει όπως τύχη.
Έξ χρόνους συμπλανώμεθα εις δρόμον ατοπίας,
Ο χρεωκόπος έμπορος ψηφίζεται Ταμίας, 
Ο πρωτοκλέπτης Φροντιστής, ο δάσκαλος Στρατάρχης,
Ο πλέον φιλοτάραχος πολίτης, Πολιτάρχης.
   Αυτόν τόν μέγαν ιατρόν συντρόφευεν ο τρόμος·
Τον Χάρον δούλευε προτού, ζη τώρα Αστυνόμος·
Τό πραγμα (είναι αληθές) πολύ δεν μετεβλήθη·
Προτού διαβατήρια εμοίραζε στα πλήθη·
Από την γην μας έστελλεν αρρώστους εις γην άλλην·
Τώρα διαβατήρια ’ς τον κόσμον δίδει πάλιν.
   Οι Γραμματείς σαν κόρακες τους πρώτους τριγυρίζουν, 
Και της νεκράς πατρίδος των τό πτώμα τρυπούν, σχίζουν· 
Εν ώ τον πατριωτισμόν το στόμα των κηρύττει.
Ένας αυτών, θρασύτερος καί απ’ αυτά τά κήτη,


Έρρούφησε διά μίας ένα μεγάλο πλοίον,
Γεμάτον άπό εθνικόν πολύτιμον χαρτίον.
  Τους παλαιούς μας βουλευτάς πρέπει νά ζωγραφίσω,
Ή πρέπει τους πατέρας μας ’ς τον ύπνον των ν’ αφήσω; 
Πολλοί εκ τούτων χρόνους εξ δεν άνοιξαν τα χείλη,
Και ήσαν ’ς το Βουλευτικόν ωσάν ξυλένιοι στύλοι, 
Κοιμώμενοι ’ς την βροντεράν του Γένους τρικυμίαν,
Πλήν εξυπνούντες τακτικά εις την αρχιμηνίαν.
*Α! ιδα ένα εξ αυτών των σεβαστών πατέρων,
Τά σχήματά του βέβαια δεν είχεν ο Κικέρων,
Εκτύπα ταις ποδάραις του οπόταν ωμιλούσε,
Παχιά παχιά ροχάλιζε, βαριά βαριά φυσούσε·
’Σ τον μύστακά του ήρχετο πεισματικά η μύγα,
Εις το πλατύ του πρόσωπον αυτός την εκυνήγα 
Και να σκοτώση πολεμών τον τολμηρόν εχθρόν του,
Εκτύπα με την χέραν του γερά το μάγουλόν του.
   Τοιούτους έχει αρχηγούς, εν ώ βαστάται μόλις,
Ο ανδρειότερος λαός της οικουμένης όλης.
« Σιώπα! (θέλεις με ειπεί) ’ς την κεφαλήν του Γένους 
» Ευρίσκονται πολιτικοί αξίζοντες επαίνους. »
     Ναι, συμφωνώ, καί αν αυτούς ιδής με την αράδα, 
Ευρίσκεις δυο τρεις καλούς εις όλην τήν Ελλάδα·
Οι ιερείς βαρύνθηκαν τόν Πλάστην νά πιστεύουν.
Τον Βάκχον και τον 'Ερωτα θεοσεβώς λατρεύουν.


Επήρεν η Ασέλγεια ποιμένος βακτηρίαν
Καί καλυμμαύχι, υψηλόν καί άχραντον μανδίαν·
Την νύκτα περιφέρεται βαστάζουσα λαμπάδαις,
'Σ τούς δρόμους πίνει το κρασί και ψάλλει πατινάδαις· 
Πορνοστασίων φανερών ανοίγει χίλιαις θύραις,
Και αγοράζουσα πληγαίς πληρόνει χρυσαίς λίραις.
     Ευτυχισμένοι άνθρωποι όσοι γυναίκαις νέαις
Σας έτυχε να έχετε ή αδελφαίς ωραίαις !
Αν θέλετε ’ς το Ναύπλιον να λάβετε αξίαις,
Καθώς ημείς δεν έχετε μυρίαις δυσκολίαις·
Δεν ξεύρετε να γράψετε ; Γραμματικούς σας κάνουν·
Ορέγεσθε προβιβασμούς ; οι συγγενείς σας φθάνουν·
Αληθεινά οι άνθρωποι την σκάφην, σκάφην λέγουν·
Το μέτωπόν σας βλέποντες γελούν... κ’ εις τούτο φταίγουν·
Πλην πάντα χρυσός άφθονος  'ς τά δώματά σας βρέχει’ 
Καθένας σας το κέρατον της Αμαλθείας  έχει 
Περνάτε ωσάν αδελφοί με τούτον, με τον άλλον·
Το σπήτι σας είναι αυλή καί σπήτι των Μεγάλων·
Ωσάν γονείς τα τέκνα σας εκείνοι αγκαλιάζουν,
Και ταις μητέρες βλέποντες ... παιδιά των τά φωνάζουν.
      Ελατε εις τον Πλάτανον περίεργοι πολίται,
Αν θέλετε στο θέατρον της τρέλλας να εμβήτε·

ΜΠΟΣΤ:  Ο Παλαμάς της γελοιογραφίας είναι ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς.  Υπηρέτησε σε διάφορες διπλωματικές και κυβερνητικές θέσεις.  Την εποχή του σκίτσου Υπουργός Εξωτερικών στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Παρασκευόπουλου.  Υπηρέτησε και τον Δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο


Διέτε παντού πολιτικών ατίμους συντροφιάς·
Καθείς των είναι ή ουρά, ή κεφαλή φατρίας.
    Σιγά εκείνος προπατεί, φυσά και καμαρόνει·
Από υπερηφάνειαν τους ώμους του σηκόνει,
Σαν κούρκος όταν μόνος του φουσκόνη τά πτερά του·
Κινεί μόνον το φρύδι του στα χαιρετήματά του·
Ενα λαόν ολόκληρον ως δορυφόρους σύρει,
Σαν του Χριστού εικόνισμα εις μέγα πανηγύρι.
    Αυτός σημαντικώτατος να νομισθή πασχίζει,
Λόγια ’ς τ’ αυτί ασήμαντα εις όλους ψιθυρίζει,
Από το χέρι τούς τραβά ως δέκα λεύγαις πέρα,
Αγάλια για να τους ειπή αυτό το καλησπέρα.
    Εκεί της ματαιότητος οι φουσκωμένοι φίλοι,
Οι κουφοί μας σχολαστικοί, δαγκάνονται σαν σκύλλοι·
Με σχήματα κλιμακωτά και με αλληγορίαις,
Μ’ ανέκδοτα ιστορικά και με μυθολογίαις,
Σοφώτατα υβρίζονται, σαν βαθρακοί κοάζουν,
Άλλα αντ’ άλλων σε λαλούν και παρρησία κράζουν:
« Αν η Ελλάς κλονίζεται, το έθνος όλον σφάλλει,
» Διότι νομοθέτας του δεν θέλει να μας βάλη.
» Ο Κοραής ειν’ ικανός τους Τούρκους να νικήση·
» Αυτόν πρέπει Στρατάρχην του το Γένος νά ψηφίση.»
     Εδώ βαθείς πολιτικοί βαστούν τα πατερμά των, 
Σιγά·σιγά περιπατούν, μετρούν τα βήματά των,
Ιδέαν διπλωματικής κανείς προτού δέν είχε 
Τώρα ζητούν να δείξωσι πως είναι Μετερνίχαι·


Αναστενάζουν δυνατά, τα φρύδια των τεντόνουν,
Κυττάζουν ασκαρδαμικτί, ταις πλάταις των υψόνουν, 
Περιπατούν και στέκονται, χονδραίνουν την φωνήν των,
Ή κρύπτουν την αμάθειαν υπό την σιωπήν των.
Αλλοίμονον !  του Γένους μας τολμούν να ήναι στύλοι 
Όσοι ποτέ δεν έμαθον πΩς πιάνουν το κονδύλι,
Αυτοί την πρώραν οδηγούν του δυστυχούς μας πλοίου.
       Ά ! τρέξε τρέξε να ιδής τους νέους του Ναυπλίου!
Ωσάν γυναίκες κρύπτονται εις άσπραις φουστανέλαις,
Η βρακοζώναις κρέμονται, και κόκκιναις κορδέλαις
 Εξαπλωμέναις φαίνονται εις χρυσωταίς κνημίδαις·
Εμπρός οπίσω βλέπονται συχνά οι Γανυμήδαις,
Πατούσιν εις τα νύχια των, εν δάκτυλο ψηλόνουν,
Και μόνοι των σαν Νάρκισσοι γελούν και καμαρόνουν.
Αυτοί καλούνται Αχιλλείς, έκείνοι Διομήδαι,
Εν ώ της μάχης τον καπνόν κανένας των δεν ίδε,
Και εις αυτούς τούς Πάριδας ο μάγγανος ανήκει.
     Βλέπεις αυτόν πως ακουμβα εις μαύρο δεκανίκι,
Καί ’ς τον λαόν ως δωρεάς μοιράζει ευλογίας;
Είναι χονδρός Αρχιερεύς πάσης Ξηροκαμπίας·
Ως περικεφαλαίαν του το καλυμμαύχι έχει,
Φορεί αυτό και κακουργών ατιμωρήτως τρέχει·
Μίαν στιγμήν ιδές αυτόν τον άγιον Πιλάτον·
Απ’ τον Κωλέτην έρχεται εις τον Μαυροκορδάτον·
Υβρίζει και κατηγορεί τον ενα εις τον άλλον,
Και τον καθένα εις τ’ αυτί πολιτικόν μεγάλον,
Πολεμικόν ανίκητον, σωτήρα ονομάζει,
Εν ώ κρυφίως και των δυό τον λάκκον ετοιμάζει.


    Μη φεύγης ! στάσου ! κύτταξε αυτόν τον Γραμματέα ! 
Ημερολόγι έμψυχον πάντα σε λέγει νέα,
Τα πάντα επαγγέλεται, τίποτε δεν γνωρίζει,
Τους φιλονείκους αγαπα και τούτους τριγυρίζει·
Τον κόσμον όλον σταματά, όλοι τον αποφεύγουν 
Και άπο ταίς παγίδαις του ζητούν κρυφά να εύγουν·
Προχθές προς τα μεσάνυκτα μου έσπασε την θύραν 
« Α!.. πλέον σ’ εύρα (μ’ έκραξε) δια καλήν, μου μοίραν... 
» Οι άνθρωποι βουβάθηκαν ... τι έπαθαν δεν ξεύρω.
» Ματαίως ζητώ τέρι μου  το Ναύπλιον νά εύρω.
» Δέν ημπορώ να κοιμηθώ αν δεν φιλονεικήσω·
» Ολίγον φιλονείκησε, αν θέλης να σ’ αφήσω.»
     Ώ ! πόσον χαίρω ζών μακράν ουτιδανών σκωλήκων,
Και τας ημέρας μου περών εις τών Μουσών τον οίκον !
Με άποσπά ο Πήγασος από δυσώδεις τόπους·
Με ανυψοί από μικρούς και χαμερπείς ανθρώπους·
Τρέμουν να τον κεντήσωσι των πόλεων η μύγαις,
Και εις αυτούς τους πόδας του φθάνουν πολλά ολίγαις.



-------------------------------------------------------------------

αρχιμηνίαν:
Μόνον ή πείνα των μισθών άνοιγε τους οφθαλμούς και τα στόματά των.

Οι ιερείς:
Οι Αρχιερείς μας έδωκαν τό πρώτον σκανδαλώδες παράδειγμα τής διαφθοράς. Πλάσματα των Φαναριωτών, οι πλειότεροι συντύραννοι και ομοτράπεζοί των εις των Κωνσταντινούπολιν, είχον πριν της επαναστάσεως ενώσει την κακοήθειαν του Φαναριωτικού συστήματος με τας κακίας τάς οποίας συνήθως γεννά η αργία, και εις τήν παρούσαν εποχήν έδειξαν χαρακτήρα βδελυρόν. Χρεωστούμεν όμως να ομολογήσωμεν, ότι τινές εκ τούτων, καθώς ο άγιος Λοιδορικίου, ετίμησαν τό Ιερατείον με τον πατριωτισμόν των και τας ευαγγελικάς αρετάς των.

χρυσός άφθονος:
Ο Ζευς εις σχήμα χρυσής βροχής κατέβη από τους ουρανούς εις την στέγην της ερωμένης του Δανάης.

το κέρατον της Αμαλθείας:
Τό κέρας της αιγύς Αμαλθείας θεωρείται από τους μυθολόγους ως σύμβολον της αφθονίας.

τον Πλάτανον:
Αυτός υψούται εις το μέσον ευρυχώρου τινός πλατείας του Ναυπλίου. Υπό την σκιάν του περιφέρονται όλην την ημέραν οι Διπλωμάται μας, και σπεύδει ν’άπατήση εις τον άλλον παντοιοτρόπως.

Ο Κοραής:
Αυτόν τόν σεβάσμιον γέροντα έπρεπε να μιμηθήτε, λόγιοι του Γένους, εις τά έργα σας· αυτού τας αρετάς έπρεπε να δείξετε, και οχι οι πλειότεροι από σας να οδηγήσετε τόσους προύχοντας του Έθνους εις τον δρόμον της ανομίας.

τον λάκκον ετοιμάζει.:
Ο Αρχιερεύς της Άρτας Πορφύριος εκηρύχθη εχθρός μου νομίζων, ότι βλέπει την εικόνα του εις την ζωγραφιάν αυτού του Αρχιερέως. Εγω οσάκις χτυπώ τινα ηθικώς, δεν αναφέρω τόνομά του, αλλ’ αφίνω εις τον αναγνώστην να τα συμπεράνη· έστις λοιπόν εγγίζεται δεν μαρτυρεί με τούτο, ότι είναι υπεύθυνος και η συνείδησίς του δεν είναι καθαρά ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου