Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η Δευτέρα Παρουσία [Από το σημειωματάριο ενός μοναχού]


Πηγή: www.koutsourelis.gr

MICHELANGELO    The Last Judgment, 1536-1541


(Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης, εκδόσεις Κίχλη / β' έκδοση 2012)



          ΟΠΩΣ ΛΟΥΟΜΕΝΟΙ  απ' το λουτρό, έτσι όλοι
   απ' το σαθρό τους μνήμα θα εγερθούν,
   πιστεύουν βλέπεις σε μια δεύτερη ζωή
   κι είναι η πίστη τους ανήλεη και φρικτή.

   Μίλα σιγά, Θεέ ! Να μη νομίσουν
   ότι η σάλπιγγα της Βασιλείας σου καλεί·
   τρυπάει ο ήχος της κατάβαθα τη γη :
   κι όλοι οι καιροί απ' την πέτρα θα ξυπνήσουν,
   όλοι οι χαμένοι θα φανερωθούν,
   μ' ένα κουρέλι από το σάβανο ντυμένοι,
   κάτω απ' το βάρος της ταφόπλακας σκυφτοί.
   Θα είναι αλλόκοτος αυτός ο γυρισμός
   σε μια τόσο αλλόκοτη πατρίδα·
   κι αυτοί που δεν σε πρόλαβαν ακόμη, με κραυγή
   από τη δόξα σου μερίδιο θ' απαιτήσουν·
   από τον Άρτο και τον Οίνο μια μερίδα.

   Ω Παντεπόπτη, τη γνωρίζεις την εικόνα
   που μες στον ζόφο μου ριγώντας πλάθω.
   Όλα από σε πηγάζουν, για όλα εσύ 'σαι η θύρα —
   το Παν μες στη μορφή σου υπήρχε ήδη
   προτού να γίνει η δική μας μοίρα.
   Ξέρεις της έσχατης της Κρίσης την εικόνα :


   Είναι πρωί, όμως μ' ένα φως
   που ουδέποτε έπλασε η μεστή σου αγάπη,
   ένας αχός, μα όχι απ' τη δική σου τη φωνή,
   είναι ένα ρίγος, μα όχι εμπρός στη θεία σου Δίκη,
   έξω απ' τη θεία ισορροπία ένας σεισμός,
   μια χλαλοή υπόκωφη, ένας γδούπος
   ένας στα δώματα τα πέτρινα τριγμός,
   είναι των άπληστων, των άσωτων η νίκη,
   των χαύνων η αδειανή ματιά, των στείρων ο σπασμός,
   είναι ένα ξύπνημα σβησμένων ηδονών,
   ξεθυμασμένων τέρψεων η νέα η γέννα.
   Και από ναούς επάνω σαν πληγή ανοιχτούς
   μαύρα πουλιά πετούν δαιμονισμένα,
   πλάσματα όχι των δικών σου των χεριών.


          Οι προ αιώνων κοιμηθέντες πολεμούν,
   και αγωνίζονται με τα γυμνά τους δόντια
   κι ανατριχιάζουνε που δεν αιμορραγούν,
   κι εκεί, στις κόγχες των ματιών, ζητούν να βρούν
   τα δάκρυά τους που ο καιρός έχει σκοτώσει.
   Και αποκάνουν. Μόλις πάει να τους γελάσ' η αυγή,
   κι αμέσως δύση ζοφερή τους έχει ζώσει.
   Και ωχριούν, και δεν μιλούν, και καρτερούν
   με νέα ορμή να αναστηθούν ξανά,
   όταν η οργή σου σαν σταγόνα σκοτεινή
   τον διάφανο οίνο της αγάπης σου θολώσει,
   εμπρός σε σένα, τον Κριτή τους, να βρεθούν.
   Κι εκεί μπροστά, μετά την κοσμοχαλασιά:
   μια τρομερή σιωπή πελώρια ξεκινά.

   Στέκονται όλοι σαν σε μαύρη πύλη εμπρός·
   όμοιο με απόστημα ένα αρρωστημένο φως
   με οξείς λεκέδες πλήθος τους σφραγίζει.
   Γέρνει η ώρα και γερνάει η βραδιά.
   Νύχτα πάνω στη νύχτα ανταριασμένη
   στοιβάζεται στη ράχη τους βαριά,
   κι αυτή απ' το φορτίο το πολύ λυγίζει.
   Και καρτερούν. Κυρτώνουν οι ώμοι,
   λες το σκοτάδι του πελάγους πως σηκώνουν.
   Και στέκουν μες στις σκέψεις βυθισμένοι,
   κι όμως κενοί και άδειοι ακόμη.
   Τα μέτωπά τους τι τα ορθώνουν ;
   Ο νους τους κάπου αλλού λουφάζει,
   βαθιά στη γη ρυτιδιασμένος και σκυφτός :
   Όλη η γέρικη η γη νους είναι που στενάζει
   και που θροΐζει όπως θροΐζει ένας δρυμός.

   Ω Παντεπόπτη, η εικόνα αυτή,
   ωχρή, φρικτή, δεν μοιάζει με καμμία άλλη
   που η βούλησή σου έπλασε η μεγάλη !
   Δεν τη φοβάσαι τη βουβή ετούτη πολιτεία
   που πάνω σου κρεμιέται, φύλλο σάπιο, και ποθεί
   να εγερθεί με της οργής σου τα σημεία;

          Ω, εμπόδιο στάσου στον τροχό των ημερών,
   να μην αδειάσει η κλεψύδρα κοίτα –
   ίσως μπορέσεις ν' αποφύγεις τελικά
   την τρομερή σιωπή που μας προσμένει.
   Ίσως ξανά μπορέσεις έναν μας να βρεις,
   που από τη φρίκη αυτή της νέας ζωής,
   νόημα, πάθος και ψυχή θα ξεριζώσει,
   έναν που οι φλόγες την καρδιά του έχουν ματώσει
   μα όλος χαρά στα πάντα μέσα κολυμπάει,
   που όλη τη δύναμή του ανέμελα σκορπάει,
   που απ' τα όργανα όλα βγάζει μουσική,
   που, δύτης άτρωτος, κρυφά από τους πολλούς
   μες στων θανάτων όλων πέφτει τους βυθούς.

          …Αλλιώς, πώς την Ημέρα αυτή θα ζήσεις
   που από τις άλλες όλες πιο πολύ διαρκεί,
   
 με το τραγούδι της σιωπής της το φρικτό,

   όταν οι άγγελοι, ατόφιες ερωτήσεις,
   ρίγη σηκώνοντας στο φτεροκοπήματά τους
   θα στήνουν γύρω σου κλοιό ;
   Δες, πώς μετέωροι φρικιούν,
   πώς σε δικάζουνε χίλιες χιλιάδες μάτια,
   πώς με τ' αχνά και τ' απαλά άσματά τους
   σε πλανερές χάνονται μέσα επωδούς,
   πέρα πολύ απ' τους ήχους τους αγνούς.
   Κι όταν οι γέροι με τις γενειάδες,
   σύμβουλοι παλαιοί στον θρίαμβό σου,
   τις πολιές θα σείουν κεφαλές,
   και οι γυναίκες που ανάθρεψαν τον γιο σου,
   και όσοι ξεσήκωσε εκείνος μαθητές,
   και οι παρθένες που έσπευσαν σ' εκείνον να δοθούν:
   στων κήπων σου τον ζόφο ίδιες λαμπάδες —
   ποιος βοηθός σου θα σταθεί, άμα βουβαθόυν;
   

          Κι αν μόνο ο γιος σου σηκωνόταν απ' αυτούς,
   που τώρα γονατίζουν στα σκαλιά σου.
   Θα 'φτανε τάχα η φωνή σου ώς την καρδιά του ;
   Της μοναξιάς σου θ' ακουγόταν η κραυγή :
   Ω γιέ μου !
   Θα αποζητούσε ο πόνος σου να δει
   την όψη αυτού που ανήγγειλε
   πρώτος τη Βασιλεία σου,
   τον Θρόνο, τη Δευτέρα Παρουσία σου ;
   Τάχα θα πρόσταζες, Πατέρα, το παιδί σου,
   με τη Μαγδαληνή στο πλάι του βουβή,
   σ' όλους εκείνους κάτω εκεί να κατεβεί
   που επιθυμούν ξανά τον θάνατό τους ;


        Θα 'ταν αυτή η έσχατη βασιλική βουλή σου,
   το μίσος το έσχατο, η χάρη η έσχατή σου.
   Κι ύστερα όλα θα τα σκέπαζε γαλήνη :
   εσένα, τη Συντέλεια, των Ουρανών τη θέση.
   Όσα μας έκρυβαν το αίνιγμα του κόσμου,
   όσα μας κράταγαν τα βλέφαρα κλεισμένα,
   θα είχαν όλα αιφνίδια καταπέσει.

   …Όμως εμένα μια αγωνία με κυκλώνει…


          Ω Παντεπόπτη, δες με, υποφέρω,
   μέτρησε την οδύνη μου αυτή !
   Πονώ γιατί
   έχεις παρέλθει, και το ξέρω.
   Όταν αντίκρισες πρώτη φορά,
   συ που τα βλέπεις όλα,
   της Δεύτερής σου Παρουσίας την εικόνα,
   έτσι ασταμάτητα να σε ζυγώνει.
   Να πάρεις θέλησες τον δρόμο της φυγής ;
   Και πού τράβηξες, Θέ μου ;

   Άλλον πιστότερο
   από μένα δεν θα βρεις,
   γιατί εγώ,
   αλλιώτικα απ' τους ευσεβείς,
   ποτέ μου
   για λίγα αργύρια δεν θα σε προδώσω.

   Θέλω μονάχα, έτσι αφανής και κουρασμένος που είμαι,
   και είμαι ίσως κι από σένα πιο πολύ,
   θέλω, επειδή η Τελική σου Κρίση εμένα
   με κάνει να φοβάμαι όσο κι εσένα,
   θέλω στο πλάι σου,
   ώμο με ώμο, να σταθώ·
   σμίγοντας τις δυνάμεις μας κι οι δυο
   να αντισταθούμε στον γιγάντιο τον τροχό
   που τον κινούνε τα πανίσχυρα νερά
   που όλο κυλούν
   κι αφρίζουνε πάλι και πάλι —
   γιατί αλίμονο, ναι, θα εγερθούν.
   Έτσι είναι η πίστη τους : ανήλεη και μεγάλη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου