Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, Αν...

LINDSAY'S ANDERSON        IF.... (1968)


(Μετάφραση: Κώστας Βάρναλης)


Αν μπορείς να κρατιέσαι νηφάλιος, σαν όλοι τριγύρω τα ‘χουν χαμένα 
και φταίχτη σε κράζουν για τούτο.
Αν μπορείς να πιστεύεις σε σένα, σαν όλοι για σένα αμφιβάλλουν,

μα και ν’ ανέχεσαι εσύ ν’ αμφιβάλλουν για σένα.

Αν μπορείς να προσμένεις, χωρίς ν’ αποκάνεις ποτέ καρτερώντας.

Κι αν, σα σε μπλέξουνε ψεύτες, εσύ σε ψευτιές δεν ξεπέσεις.

Κι αν μισημένος, κρατείς την ψυχή σου κλεισμένη στο μίσος,

μα χωρίς και να δείχνεις ποτέ περισσή καλωσύνη

κι ουδέ πάρα πολύ συνετός στις κουβέντες σου να ‘σαι.

Αν μπορείς να ονειρεύεσαι, δίχως ωστόσο να γίνεις

των ονείρων σου σκλάβος ποτέ. Κι αν στοχάζεσαι πάντα,

μα χωρίς και να κάνεις τη Σκέψη σκοπό σου.

Αν μπορείς ν’ ανταμώνεις τον Θρίαμβο κ’ είτε την Ήττα

και να φέρνεσαι πάντα στους δυο κατεργάρους αυτούς ολοΐδια

Αν μπορείς να υποστείς μίαν αλήθεια που λες, 
να τη βλέπεις,διαστρεμμένη απ’ αχρείους, να γίνει για βλάκες παγίδα.

Κι αν της ζωής σου το έργο, μπορείς να το βλέπεις συντρίμμια,

και να σκύβεις ξανά, να το χτίζεις ξανά, με φθαρμένα εργαλεία.

Αν μπορείς να σωριάζεις μια στίβα τα κέρδη, το βιός σου,

και σε μια ζαριά να ρισκάρεις τα πάντα, μια κ’ έξω,

και να χάνεις, και πάλιν ν’ αρχίζεις απ’ τ’ άλφα,

δίχως ποτέ μια κουβέντα να πεις για τα κέρδη που πάνε.

Αν μπορείς ν’ αναγκάσεις τα νεύρα, τους μυς, την καρδιά σου,

να δουλεύουν ακόμα για σε κι αφού σπάσουν, κι αφού παραλύσουν,

κι έτσι μπορείς να κρατήσεις ακόμα, σα μέσα σου πια δεν υπάρχει

τίποτα – ξον απ’ τη θέληση που τους προστάζει: «Βαστάτε!».

Αν με τα πλήθη μιλώντας, φιλάξεις την πάσα αρετή σου.

Κι αν με Ρηγάδες παρέα, δεν χάσεις το νου σου.

Κι αν ούτε εχτροί, μα ούτε φίλοι ακριβοί, να σε πλήξουν μπορούνε.

Κι αν λογαριάζεις τους πάντες, αλλά και κανέναν περίσσια.

Και αν μπορείς να διατρέχεις στο κάθε λεφτό, που αδυσώπητο φεύγει.

όλο τον δρόμο που πρέπει να γίνεται μες στους εξήντα τους χτύπους,

τότε δική σου θα’ ναι όλη η Γη, κι ό,τι μέσα της κλείνει,

και – τρανότερο! – τότε πια γένηκες άντρας, παιδί μου!


.....................................................................................................
.....................................................................................................

Αν να κρατάς μπορείς το λογικό σου όταν γύρω σου όλοι
το ‘ χουνε χαμένο και ρίχνουνε γι’ αυτό το φταίξιμο σε σένα,
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον εαυτό σου,
όταν για σένα αμφιβάλλουν όλοι,
αλλά να βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμα και για την αμφιβολία τους αυτή,
Αν να προσμένεις μπορείς δίχως από την προσμονή ετούτη ν’ αποσταίνεις,
ή Αν σε συκοφαντούν εσύ να μη βυθίζεσαι στο ψέμα,
ή Αν σε μισούν το μίσος μέσα σου να μην αφήσεις να φουντώνει,
κι ωστόσο να μην δείχνεσαι πάρα πολύ καλός κι ούτε με πάρα πολλή σοφία να μιλάς,

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου,
Αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να κάνεις το στοχασμό σκοπό σου,
Αν μπορείς το Θρίαμβο και την Καταστροφή να αντικρίσεις
και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να φερθείς,
Αν να ακούς αντέχεις την αλήθεια που εσύ είχες ειπωμένη
από πανούργους νοθευμένη ώστε παγίδα για τους άμυαλους να γίνει,
ή να θεωρείς όλα αυτά που ’χεις της ζωή σου αφιερώσει, τσακισμένα,
και πάλι ν’ αρχινάς να τα στυλώνεις με εργαλεία φαγωμένα,

Αν να στοιβάζεις μπορείς σ’ ένα σωρό όλα εκείνα που ‘χεις κερδισμένα.
Και όλα να τα παίξεις κορόνα γράμματα μεμιάς,
και να χάσεις, και κείθε που έχεις ξεκινήσει πάλι ν’ αρχινήσεις
κι ούτε μια λέξη για την απώλεια σου
Αν μπορείς καρδιά και νεύρα και μυώνες ν’ αναγκάσεις
πάλι να σου δουλέψουνε κι ας είναι από καιρό αφανισμένα,
κι έτσι ολόρθος να κρατιέσαι μόλο που τίποτα
δε έχει μέσα σου απομείνει
εξόν από τη θέληση που τους μηνά: «Βαστάτε!»

Αν να μιλάς μπορείς με πλήθη κι ωστόσο να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες όντας μη χάνοντας το απλό το φέρσιμό σου,
Αν μήτε εχθροί μήτε και φίλοι ακριβοί μπορούν να σε πληγώσουν,
Αν όλοι οι άνθρωποι αξίζουν μαζί με σενα, όμως πάρα πολύ κανένας,
Αν μπορείςνα γεμισείς το ασυγχώρητο λεπτο
με άξια ζωη, δικιά σου τότε θα ’ναι η Γη
κι όλα εκείνα που κατέχει, και -ό,τι αξίζει πιο πολύ-
θα είσαι Άνθρωπος παιδί μου!

.....................................................................................................
.....................................................................................................



Αν ξάστερο μπορείς εσύ το λογικό σου να κρατήσεις

όταν τριγύρω σου όλοι χάνουν το δικό τους

και μάλιστα ουρλιάζουνε πως συ γι’ αυτό έχεις φταίξει.



Αν πίστη ακλόνητη μπορείς να ‘χεις στον εαυτό σου

την ώρα που όλοι γύρω σου για σένα δυσπιστούνε

κι έχεις καρδιά να τους συχωρνάς την κάθε αμφιβολία.



Αν έχεις την υπομονή να περιμένεις τον καιρό

δίχως ποτέ να βαρεθείς ή ν’ αποστάσεις καρτερώντας

κι αν το μπορείς στα ψέματα που άλλοι για σένα λένε

συ να μην καταδέχεσαι ν’ αμύνεσαι με ψέμα.



Αν σε μισούν κ’ εσύ κανέναν δεν μισείς

κι ωστόσο τον πολύ καιρό ή το σοφό και φρόνιμο

δεν θες να παραστήσεις.

Και αν να στοχάζεσαι βαθιά μπορείς δίχως να γίνει

ο στοχασμός μοναδικός σκοπός σου

και να ονειρεύεσαι αν μπορείς χωρίς ποτέ να σκλαβωθείς

στου ονείρου τη μαγεία.



Ίδιος να μείνεις αν μπορείς στη Νίκη και στη συμφορά

κι αξίπαστος να δέχεσαι το κάθε αγκάλιασμά τους.

κι αν μιαν αλήθεια που΄ χες πει, αντέχεις να γροικάς

διαστρεβλωμένη απ’ τους κακούς, παγίδα για τους αφελείς.



Αν της ζωής όλα δεις τα έργα γκρεμισμένα

κι όμως μπορείς με όρεξη να ξαναρχίσεις κάθε τι

σκύβοντας πάνω σ’ υλικά φθαρμένα.



Αν για έναν άγιο σκοπό, όλο το μόχθο σου και βίο

και αντρίκεια ξέρεις «γράμματα – κορώνα» να τον παίξεις

και στο χαμό τους, γελαστός, χωρίς καμιά βαρυγκομιά

σφίγγοντας τα νεύρα και καρδιά, κρατήσεις όλο το κορμί

υπάκου στους σκοπούς σου και στη φωνή της θέλησης

που σου φωνάζει: «Βάστα»!



Αν με πλήθη σαν μιλάς την αρετή σου δεν πουλάς

κι αθόλωτο το νου κρατείς μπροστά σε αρχοντάδες.

κι αν μήτε φίλοι μήτε εχθροί, να σε πειράξουν μπορούν

κι αν ίσια όλους τους μετράς, κι ούτε έναν περίσσια.



Και της ζωής σου αν μπορείς κάθε λεφτό περαστικό

με δράσεις να γεμίζεις

έτσι που ούτε μια στιγμή χαμένη να μην πάει.



Θα ΄ναι δική σου όλη η γη

μ’ ότι επάνω της κρατεί

Και κάτι ακόμα πιο πολύ

Θα’ σαι ένας ΑΝΤΡΑΣ, γιε μου.



.....................................................................................................
.....................................................................................................


Αν μπορείς στην πλάση ετούτη να περιφρονείς τα πλούτη
κι΄ αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία
κι΄ αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίζεις το καλό.


Αν μπορείς μεμιάς να παίξεις κάθε τι πού 'χεις κερδίσει
στην καταστροφή ν' αντέξεις και να δόσεις κάποια λύση…


Αν μπορείς να υποτάξεις σώμα πνεύμα και καρδιά,
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μη βγάζεις τσιμουδιά...


Αν μπορείς στην καταιγίδα να μην χάνεις την ελπίδα
κι αν μπορείς να συγχωρέσεις όταν σ' έχουν αδικήσει…


Αν μπορέσεις τ΄ όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου
κι αν μπορέσεις ν΄ αγαπήσεις όσους σ΄ έχουνε μισήσει…


Αν μπορέσεις να είσαι ο ίδιος στη χαρά και στην οδύνη
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτε δεν σβήνει…


Αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις.
Αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις…


Αν ποτέ δεν σου μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς σε ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ΄ ακούς παραλλαγμένα.


Αν μπορείς κάθε λεπτό σου να 'ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.


Αν οι φίλοι κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν,
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώσουν,
αν τους πάντες λογαριάζεις μα κανέναν χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά.


Έ…. Παιδί μου τότε πια θα μπορέσεις ν΄ απολαύσεις
όπως πρέπει τη ζωή σου θα 'σαι  ΑΝΘΡΩΠΟΣ  σπουδαίος
κι όλη η γη θα 'ναι δική σου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου