Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Κατερίνα Γώγου, ...με λένε ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Τρίτη μέρα.

Ξημέρωμα της ποιας μέρας;...Χαράζει η ώρα...

Βραδιάζει ο κόσμος.
Ουρανός και θάλασσα ένα.
Χωρίς διαζευκτικό ή...
Όπως θάνατος-ζωή-νύχτα-μέρα-χάος-αρμονία.

Τώρα;...

Πώς να κάνω
να βάλω σε κάποια τάξη
τους ανονόμαστους πλανήτες
και τις εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών
που κατέλυσαν μέσα μου...
πώς να μου θυμίσω, τι...πώς
με ποια τάξη, με ποια σειρά
όμοιο εγώ διαζευκτικό
καταμεσής της θάλασσας;

Θα προλάβω άραγε να δω
αν ο ήλιος
σαν άσπρος νάνος μικρός
από άλλη μάνα αδερφός
αφήσει να χαθεί από γεράματα
ή τηρώντας το λόγο του
με έκθαμβη έκρηξη
από του σύμπαντος το παρελθόν
τον πλανήτη μας ΓΗ
ζωντανό τον αφήσει;

Εγώ, Οδυσσέα
τον ουρανό τον είδα
απ' την κορυφή της Γκιώνας, απ' τα ψηλἀ αετώματα
κι από τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας Ομονοίας.
Αυτό δε λέει πως δε σ' αγαπώ. Πως δεν είμαι χτυπημένη.

Πάει, Οδυσσέα, το έκτο γραφτό.
Γραφτό που είδε τον ήλιο
μέσα σε άσυλο
με διαμαντένια κορόνα σμιλεμένο.
Ε, καρδιά τ' ουρανού
βοήθησε
χρέος υπέρτατο
το έβδομο της ψυχής αποτύπωμα
στα μελανά πόδια της γής
σ' ένα έλατο, σ' ένα πλατάνι
ή σε γερό ποτάμι που πάει
σ' ωκεανό να φτάσει αφηρημένο.
................................................
...μια χορδή από ήλιου φως...

Απλώνει ο κόσμος
ο ουρανός αργά σηκώνεται...ανεβαίνει
η θάλασσα στη θέση της
καταιγισμός λάμψεις λουλουδιών
δάφνινα στεφάνια
στις πλατείες, στις σκάλες
στα-απ' τους θαλάμους παρμένα-τηλέφωνα
στα καμένα φώτα των ασφάλτων.
.........................................
Μη παρακαλώ
είναι μελανό
το έβδομο
της ψυχής
αποτύπωμά μου.

Με λένε

Το όνομά μου βγαίνει από το όνομα
του μεγαλύτερου κινδυνευτή
της πατρίδας μου,

Με λένε Οδύσσεια.

Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ' άγγιγμα της Κίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευκτικό καταμεσής της θάλασσας;

Χωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Με λένε Οδύσσεια.
Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει.

Ω, πόσο αγαπώ τη γη, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά...
Και τι ανέντιμη.
Τόσες φορές που μ' έχει σώσει το νερό
πνιγμό απ' το νερό φοβάμαι.
Και να με λένε Οδύσσεια.
Καταμεσής της θάλασσας χωρίς σκαρί
χωρίς συντρόφους και πανιά
στ' απόκρημνα νερά
χωρίς για μένα γυρισμό
μόνο να ταξιδεύω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου