Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Λιούις Κάρολ, Πατέρα μου Ουίλιαμ (από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων»)





 ( Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη
   Εικονογράφηση: Sir John Teniel )

«Πατέρα μου Ουίλιαμ». είπε ο γιος, «γερνάς.
Εγέρασες και άσπρισες κι όμως όλο γυρνάς
Και στέκεσαι ανάποδα κάτω με το κεφάλι !
στην ηλικία σου, θαρρώ, είναι ντροπή μεγάλη !»

«Στα νιάτα μου», ο πατέρας απάντησε στο γιο,
«Φοβόμουν πως οι τούμπες πειράζουν στο μυαλό.
Τώρα όμως που ξέρω πως άδειο έχω κεφάλι,
Άφοβα κάνω τούμπες, τη μια πάνω στην άλλη !».
«Γερνάς πατέρα, ειπ' ο γιος, «σ' το έχω ξαναπεί
Εγέρασες και πάχυνες κι έγινες σα σακί.
Κι όμως, με σάλτο ανάποδο από την πόρτα μπήκες !
Για πες μου, σε παρακαλώ, τη δύναμη πού βρήκες ;»
Κι είπε ο σοφός τινάζοντας το γκρίζο του μαλλί :
«Στα νειάτα μου τριβόμουνα με μια αλοιφή καλή !


Ένα σελίνι το κουτί μού κόστιζε μονάχα
Να σου πουλήσω κάνα δυο, θα γίνεις σβέλτος τάχα ;»
«Σχεδόν φαφούτης έμεινες», είπε ο γιος, «γερνάς·
Και θα 'πρεπε χυλό να τρως μονάχα σαν πεινάς.


Μα μάσησες τα κόκαλα μ' όλη τη χήνα !
Πες μου πώς τα κατάφερες να φας κι αυτή και εκείνα ;»

Και είπε ο πατέρας : «Σπούδασα τα νομικά γερά·
Κι αδιάκοπα μιλούσαμε πάντα με την κυρά.
Είν' η εξάσκηση αυτή που μ' έχει δυναμώσει
Και δύναμη η μασέλα μου έχει ακόμα τόση !».

«Εχεις γεράσει», είπ' ο γιος, «κανένας δεν μπορεί
Να φανταστεί πως όραση θα είχες καθαρή·
Κι όμως, πάνω στη μύτη σου ισορρόπησες το χέλι !
Πώς είσαι τόσο φοβερά πανέξυπνος, εντέλει ;»


Κι είπε ο πατέρας; «Σου 'δωσα αέρα, τελικά
Που τρεις φορές σ' απάντησα απλά και λογικά !
Μα φτάνει ! Πλέον δεν μπορώ ν' ακούσω σάχλες άλλες !
Φευγ' από δω, πριν σε κουτρουβαλιάσω απ' τις σκάλες».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου