Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Γιώργος Σεφέρης, Άνοιξη μ.Χ.


MIKHAIL VRUBEL  Primavera, 1894




( Από την ποιητική συλλογή  «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α'» ) 
                                            
                                      16 Μαρτίου 1939

Πάλι με την άνοιξηφόρεσε χρώματα ανοιχτάκαι με περπάτημα αλαφρύπάλι με την άνοιξη
πάλι το καλοκαίριχαμογελούσε.
Μέσα στους φρέσκους ροδαμούςστήθος γυμνό ώς τις φλέβεςπέρα απ’ τη νύχτα τη στεγνή
πέρα απ’ τους άσπρους γέροντεςπου συζητούσαν σιγανάτί θα ’τανε καλύτερονα παραδώσουν τα κλειδιάή να τραβήξουν το σκοινί
να κρεμαστούνε στη θηλιάν’ αφήσουν άδεια σώματακει που οι ψυχές δεν άντεχανεκεί που ο νους δεν πρόφταινεκαι λύγιζαν τα γόνατα.

Με τους καινούριους ροδαμούςοι γέροντες αστόχησανκι όλα τα παραδώσανεαγγόνια και δισέγγονακαι τα χωράφια τα βαθιά
και τα βουνά τα πράσινακαι την αγάπη και το βιοςτη σπλάχνιση και τη σκεπήκαι ποταμούς και θάλασσα·και φύγαν σαν αγάλματα
κι άφησαν πίσω τους σιγήπου δεν την έκοψε σπαθίπου δεν την πήρε καλπασμόςμήτε η φωνή των άγουρων·κι ήρθε η μεγάλη μοναξιά
κι ήρθε η μεγάλη στέρησημαζί μ’ αυτή την άνοιξηκαι κάθισε κι απλώθηκεωσάν την πάχνη της αυγήςκαι πιάστη απ’ τ’ αψηλά κλαδιά
μέσ’ απ’ τα δέντρα γλίστρησεκαι την ψυχή μας τύλιξε.
Μα εκείνη χαμογέλασεφορώντας χρώματα ανοιχτάσαν ανθισμένη αμυγδαλιά
μέσα σε φλόγες κίτρινεςκαι περπατούσε ανάλαφραανοίγοντας παράθυραστον ουρανό που χαίροντανχωρίς εμάς τους άμοιρους.
Κι είδα το στήθος της γυμνότη μέση και το γόνατοπως βγαίνει από την παιδωμήνα πάει στα επουράνιαο μάρτυρας ανέγγιχτος
ανέγγιχτος και καθαρός,έξω απ’ τα ψιθυρίσματατου λαού τ’ αξεδιάλυταστον τσίρκο τον απέραντοέξω απ’ το μαύρο μορφασμό
τον ιδρωμένο τράχηλοτου δήμιου π’ αγανάχτησεχτυπώντας ανωφέλευτα.
Έγινε λίμνη η μοναξιάέγινε λίμνη η στέρηση
ανέγγιχτη κι αχάραχτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου