Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Κώστας Βάρναλης, Η Καμπάνα



Πηγή: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα

ODILON REDON   A funeral mask tolls bell, 1882


Απο την ποιητική σύνθεση  «ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ», 1927
(Απόσπασμα απο το «Μέρος Τέταρτο, Η Καμπάνα ήτοι Η Ελευθερία»)  


Πολλά γέρικα τελώνια τραβάνε με τα δυο τους τα χέρια το σκοινί
της Καμπάνας. Και το μπρούτζινο τέρας, αφού έτριξε πάνω
στους αρμούς του, βρόντηξε τόσο δυνατά, που όλοι ανοίξανε
τα στόματα και βουλώσανε τ’ αυτιά τους.  



Μες στο δροσάνεμο,  
που αναγαλλιάζω
κι ο νους βυθίζεται
σε χάος γαλάζο,  
ανθρώποι, 
αφήστε με  
να ξεχαστώ φωτοπερίχυτη,
Στόμα κλειστό.


Ποιό χέρι απλώθηκε  
να με σπαράξει,  
— απ’ το χρυσόνειρο  
στη μαύρη πράξη!  
Ο πρώτος ήχος μου  
πρώτη πληγή,  
με τραβάς αίμα μου,
ξανά στη Γη.


Ω σεις χαμόσυρτα,  
λερά σκουλήκια,  
η άλαμπη ζήση σας  
ζήση ’ναι δίκια.
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει  
ο Χάρος λύτρωση  
κι ώρα γλυκή!


Δεν είναι κέντρισμα 
να σας κουνήσει,  
κορμιά, που η άλυσο  
τα ’χει τσακίσει. 
Σκέψη, ποιός άνεμος  
θάν’ αξιωθεί 
να σ’ ανατάραζε,  
σκότος βαθύ; 


Πίσω απ’ τα λόγια μου,  
πικρά φαρμάκι,  
 τί κόσμοι απέραντοι,
βυθοί λουλάκι!  
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί  
κι αυτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί!


Να ’ταν να ξήλωνεν  
απ’ την καρδιά μου
θέληση αβάσταγη  
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε  
μ’ άξιο φτερό,  
σκέψη, που μέστωσε
με τον καιρό.


Πάνω από θάλασσες,  
πάνω από χώρες,  
με τους καλόκαιρους  
και με τις μπόρες  
να με κατέβαζεν  
αγαλινά,  
όπου τ’ ανθρώπινο  
πλήθος πονά.



Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες
λιμάνια ολόκαπνα,  
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκότεινα  
και φυλακές,  
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.
 
 
Στα στήθη να ’μπαινα 
σαν την ανέσα, 
σφυγμός βαθύριζος  
στις φλέβες μέσα,  
στο νου σαν άστραμα  
και στην ψυχή,  
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα  
τη διδαχή:


«Όλα τελειώνουνε  
κι όλα περνάνε,  
ιδέες βασίλισσες  
κακογερνάνε, 
στις νέες ανάγκες σου  
—κόπος βαρύς!—  
σκοπούς αλάθευτους  
κοίτα να βρεις».


«Αν είν’ η σκέψη σου  
πριν από σένα,  
δεν είν’ απόκομμα  
θεού και γέννα:  
τη σκλάβα σκέψη σου, 
σκλάβα δετή, 
σου τηνε πλάσανε οι Δυνατοί»


«Φτωχέ, σου μάραναν  
κόποι και πόνοι  
τη θέληση άβουλη,  
πιωμένη αφιόνι!  
Αν είν’ ο λάκκος σου 
πολύ βαθύς,  
χρέος με τα χέρια σου  
να σηκωθείς».


«Τ’ άσκημα χέρια σου,  
των όλω αιτία,  
βαστάνε μάργελη  
την Πολιτεία.  
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου  
καθ’ αγαθό,  
του ωραίου περίθετο 
το χρυσανθό».


«Σφίξε τα χέρια σου,  
για σένα κράτει  
τ’ άμοιαστον έργο σου, 
την Πλάση ακράτη 
κι όλο ανεβαίνοντας  
προς τη Χαρά,  
μέσα σου θα ’νιωθες  
αστρών σπορά!» 


Κι όπου σε σφάζουνε  
δεμένον πίσου,  
να βρόνταα άξαφνα  
σεισμός αβύσσου,  
χίλια αστροπέλεκα:  
«Δεν είναι μπρος, 
είν’ αποπίσω σου  
κρυφός ο οχτρός!»


Κανένας δεν κατάλαβε τί έλεγε η Καμπάνα. Γιατί καθένας άκουγε τη δική του τη σκέψη.
Κι ύστερα γυρίσανε όλοι στα σπίτια τους με τη φανφάρα, που έπαιζε χαρούμενα κομμάτια.
Εκεί στο σπίτι τούς ανάμενε γλυκό κρασί και ζεστή αγκαλιά.
Κι ήτανε όλοι τους βαθιά περήφανοι με την ιδέα, πως έχουνε την πιο καινούρια και την πιο μεγάλη Καμπάνα σ’ όλη τη Γης.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου