Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Λαμαρτίνος, Η Λίμνη

Πηγή: ΒΙΚΙΘΗΚΗ

WOJCIECH SIUDMAK  Time



(Μετάφραση: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)



Πάντα λοιπόν θα τρέχωμε προς άγνωστο ακρογιάλι,
θα καταποντιζώμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτ’ εν’ απάνεμο μες στην ανεμοζάλη,
ουτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!


Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δεν έκλεισ ένας χρόνος 
πόπαιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελλή, 
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος 
στην πέτρα εδ’ οπού πάντοτε μας έβλεπες μαζί.


Καθώς και τώρα εμούγκριζες και τότε αγριεμένη
κ’ εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά, 
ανήσυχη επαράδερνες στην άκρη θυμωμένη 
κ’ εράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά.


Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κ’ εκείνη 
ελάμνανε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου τα νερά, 
τ’ αγέρι δεν ανάσαινε, είχες και συ γαλήνη, 
στον ύπνο σου, δεν άκουες παρά τα δυό κουπιά.


Με μιας τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο 
το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά.
Έμειν’ ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο, 
και τέτοια λόγια ακούστηκαν, θυμάμαι, αρμονικά;


«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου, 
ώρες γλυκές, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή, 
και συ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου, 
τώρα που ζευγαρώσαμε ειν’ όμορφη η ζωή.


Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια, 
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά-γοργά, 
χρόνε μου, πέτα κι’ άφησε στου έρωτα τα βρόχια 
τα δυό μας να χορτάσωμε τόσο γλυκεία σκλαβιά.


Του κάκου. Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει… 
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή… 
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει, 
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή…


Του κάκου. Όλα ξεγέλασμα είν’ όνειρα και πλάνη, 
ζωή μας είν’ η αγάπη μας, και μοναχή χαρά, 
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι, 
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.


Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται, 
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς, 
καθώς περνούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται 
κ’ οι μαύρες, κ’ οι ολόπικρες στιγμές της συμφοράς;

 
Απ’ τη βαθειά την άβυσσον, όπου μας καταπίνει, 
απ’ την αιωνιότητα, όπου μας πλημμυρεί, 
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει, 
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.


Λοιπόν, απ’ όσα εχάρηκα, δε θ’ απομείνη τρίμμα, 
δεν θα ν’ αφήσω τίποτε σ’ αυτήν τη μαύρη γη! 
Απ’ το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα 
να μη σωθή ένα πάτημα, ω Χρόνε αδικητή;..»


Ω λίμνη, ω βράχοι μου άφωνοι, ω σεις σπηλιές και δάση, 
που βλέπετε τον πόνο μου, μια χάρη σας ζητώ•
Εσείς, όπου δε σκιάζεσθέ κανείς να σας χαλάση, 
ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ’ αν πάω κι’ εγώ.


Κι’ όταν σε δέρνη ο σίφουνας, κι όταν βαθειά κοιμάσαι, 
ω λίμνη μου αφροστέφανη, να μη μας λησμονής, 
εσ’ είδες την αγάπη μας, και μόνη εσύ θυμάσαι 
πως άναφταν τα στήθη μας και θα μας συμπονής.


Θέλω τα πεύκα, τα έλατα, οι βράχοι, η ρεματιά σου, 
τ’ αφρού σου το μουρμούρισμα, τ’ αντίλαλου η φωνή,
τα δροσερά σου σύγνεφα, τ’ αγέρι, η καταχνιά σου, 
η βρύση, ο καλαμιώνας σου, το χόρτο, το πουλί,


Τ’ άστρο το ασημομέτωπο, η μυρωδιά που χύνει 
το γαλανό το κύμα σου, ω λίμνη μου γλυκεία, 
ό,τι στην πλάση έχει αίσθηση, πνοή, νοημοσύνη, 
όλα να λένε: «Αγάπησαν τα μαύρα φλογερά!»

------------------------------------------------------------------------------------------
------------------------------------------------------------------------------------------

(Μετάφραση: Γεώργιος Σημηριώτης)

 Από την «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ», εκδόσεις Κοροντζή, 1980


Πάντα λοιπόν σ' ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του Χρόνου να σταθούμε
                         μια μέρα μοναχά;


Ω Λίμνη! πάει δεν πάει χρονιά και στα νερά σου γύρω
οπούλπιζα κ' η αγάπη μου πως θα ξαναφανεί,
κοίταξε ! μόνος έρχομαι στο βράχο ν' απογύρω
                         που γέρναμε μαζί.


Έτσι και τότε ο βόγγος σου μεσ' στις σπηλιές βοούσε !
έτσι στα ξεσχισμένα τους εξέσπαγες γκρεμνά
κ' έτσι τ' αγέρι στα μικρά τα πόδια της κυλούσε
                        αφρούς χαϊδευτικά!


Θυμάσαι; μια βραδιά βουβοί πλέαμε στο νερό σου·
στους ουρανούς, στα πλάτια σου, χυνόταν σιγαλιά,
κι άλλο δεν ακουγότανε παρά τ' αρμονικό σου
                        φλίφλισμ' απ' τα κουπιά.


Μα ξάφνου κάποια μουσική πρωτάκουστη και ξένη,
στις μαγεμένες όχτες σου αντήχησε γλυκά·
το κύμα εστάθη κ' η φωνή πούναι μου αγαπημένη
                        είπε τα λόγια αυτά:

«Κράτησε Χρόνε, κράτησε το πέταγμα σου τώρα !
  Και σεις μην κάνετε φτερά χαρούμενες στιγμές !
  Αφήστε να χαρούμ' εδώ στου Μάη μας την ώρα
                        δυο - τρεις χρυσές βραδυές.


  Τόσοι 'ναι οι δύστυχοι στη γη που σας παρακαλούνε !
  γι' αυτούς πετάξτε γρήγορα και πάρτε στα φτερά
  κι όσα τους δέρνουν βάσανα, μα κείνους που ευτυχούνε
                        ξεχάστε μια φορά !»


Μ' άδικ' ακόμα του ζητώ καμμιά γλυκιά στιγμούλα
ξεφεύγει ο Χρόνος και πετά ! κράζω μ' απελπισιά:
«Άργησε, στάσου νύχτα μου! » - μα να φωτά η αυγούλα
                           και διώχνει τη νυχτιά.


«Ας αγαπούμε,  αδιάκοπα λοιπόν ας αγαπούμε !
  εμπρός ! ας τη χαιρόμαστε τη φτερωτή στιγμή !
  εμείς και ο Χρόνος που ποτέ λιμάνι δε θα βρούμε,
                            κυλά με τη ζωή !»

Χρόνε ζηλιάρη κ' οι στιγμές λοιπόν που μας μεθούνε,
τότε που ο έρωτας βροχή μας ραίνει τις χαρές,
Χρόνε σκληρέ, κι αυτές λοιπόν πετούν καθώς πετούνε
                            οι μαύρες μας στιγμές;


Τι; κι' απ' το διάβα τους λοιπόν τίποτα δε θα μείνει;
τι; πέταξαν ολότελα; παν για πάντα πια;
ο Χρόνος που τις έδωσε, ο Χρόνος που τις σβήνει,
                            δεν τις ξαναγεννά;


Βαθιά σκοτάδια: παρελθόν, μηδέν κι αιωνιότη,
τι κάνετε τις μέρες που τα βύθια σας ρουφούν;
μιλήστε μας ! οι ουράνιες εκστάσεις πουχ' η νειότη
                            ξανά πια δε θ' αρθούν;


Ω Λίμνη ! βράχοι σιωπηλοί ! σπηλιές ! απόσκια δάση !
εσάς που ο Χρόνος σας ξεχνά ή δίνει ξανά ζωή,
φυλάξτε από τη νύχτ' αυτή - φύλαξε ωραία πλάση ! -
                            μια θύμηση μικρή !


Ας μείνει στη γαλήνη σου και μεσ' στην τρικυμία σου,
- ω - Λίμνη ωραία ! - και στων πλαγιών τη γελαστή θωριά,
και μεσ' στα μαύρα σου έλαια και στ' άγρια γκρεμνά σου,
                            που γέρνουν στα νερά !


Ας μείνει στ' ανατρίχιασμα της αύρας που περνάει,
στους κρότους που στις όχτες σου κυλούν, τις μαγικές,
στ' άστρο τ' ασημομέτωπο που πάνω σου σκορπάει,
                            αχτίδες αργυρές !


Ω νάταν ναι, κι ο άνεμος κ' οι καλαμιές σαν κλαίνε
κ' οι ανάλαφρες σου οι ευωδιές κ' η κάθε ανθοπνοή,
κι ό,τι  αναπνέει, θωρεί κανείς κι ακούει, όλα να λένε:
                           «Αγάπησαν αυτοί !»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου