Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Κώστας Βάρναλης, Η Ψυχή


Πηγή: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα


WOJCIECH SIUDMAK   Harvest Of Illusions



Από την ποιητική σύνθεση  «ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ», 1927
(Απόσπασμα από το «Μέρος Πρώτο, Το Θεϊκό ήτοι Το Ανθρώπινο Πάθος»)


 
Πόσον ωραία σε στόλισεν η φαντασιά, Οικουμένη,  
μα τίποτα δε μένει! 
Ήτανε πλάσμα ποιητικό, που τώρα ’χει ξανθίσει  
στον ξύπνο του θανάτου μου, — κι όνειρο σε μεθύσι.


Τώρα το μάτι λαγαρό κι αμπόδισμα κανένα. 
Μπροστά μου τα μελλούμενα, πίσω τα περασμένα.  
Καθώς κοιτάζω από ψηλά —τρομάρα που με σφάζει!—  
το ’να με τ’ άλλο μοιάζει. 


Κάνω να βγάλω μια φωνή: «Σταθείτε, αρματωμένοι,
στη Γης τη ματωμένη!  
Του θάνατου αδερφοποιτοί, ποιός δαίμονας σας σφίγγει  
για σκοτωμό;» — μα και πνοή μού λείπει και λαρύγγι.

 
Κρυμμένοι στο ταμπούρι σας κι ολόρθοι στο γιουρούσι 
κανένας δε ρωτά «γιατί;» κι αν ρωτά, ποιός ν’ ακούσει! 
Παλεύω να μη σας κοιτώ, μα φως είμαι γεμάτη  
κι ολάκερ’ είμαι Μάτι.


 Ω! πώς ουρλιάζετε στριγκά, τυφλοσυρμένα χάμου, 
τσακάλια, στ’ όνομά μου!  
Πού να κρυφτώ να μη γρικώ! Μα εγώ, Ακοή του Κόσμου, 
τους βόγκους των αμέτρητω σφαιρώ χιλιάζω εντός μου.

..................................................................

Λάλημα των κορυδαλλών απ’ τα γαλάζια βύθη  
και μες στα θάμνα τρέμολο των αηδονιών στα στήθη…  
πόσες χιλιάδες άνοιξες μπροστά μου κι άλλες τόσες  
αγνές, ουράνιες γλώσσες!


Αλί μου, αδέρφια των πουλιών, απέραντος ο Χρόνος  
κι απέραντος ο Πόνος!  
κι εμένα η καλοσύνη μου φαντάστη — πλάνα ιδέα — 
να ’σουνα, Πόνε κι Άνοιξη, στερνός και τελευταία. 


Όπου ριζώσει ο λόγος μου δε θά βγει εκεί χορτάρι.  
Των σκλάβων θα γενεί θελιά, των δυνατών σκουτάρι.  
Με ψεύτικη παρηγοριά τα νιάτα θα μαράνω,  
σωτήρας των τυράννω.


Σκλάβο κι αφέντην έσμιξα στον αψηλόν αθέρα  
αδέρφια ενού Πατέρα,  
μάιδε Πατέρας πουθενά μάιδε και κάλλιοι τόποι. 
Διπλά και τρίδιπλα ορφανοί και γελασμένοι, ανθρώποι!


Την Κρίση θα ’πρεπεν εδώ στον κόσμο τον απάνω  
και σας τους ίδιους, σκλάβοι οκνοί, κριτάδες να ’χε βάνω! 
Όσο τα λόγια μου η Ζωή κι η Πράξη δεν τ’ αλλάξει,  
του Πόνου θα ’σαστε άξοι.


Ω! να μπορούσα ξαφνικά στον κόσμο να γυρνούσα,  
που τον καταφρονούσα!  
Μπροστάρης σας, Κοπάδι, εγώ, απ’ του Πόνου το θαλάμι  
να σας τραβήξω στη χαρά, μαχαίρι στην παλάμη…


Τη Γης κι αν τράνταξε σεισμός κι αστροπελέκι σκάει  
στα θυμωμένα χάη, — 
δεν είμαι Πνέμ’ αθάνατο μες στου σεισμού το χάσμα:  
κι η μόνη σας παρηγοριά της φαντασιάς σας πλάσμα! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου