Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Φρανσουά Βιγιόν, Η μπαλάντα των κρεμασμένων (Ο επιτάφιος του Βιγιόν)


Πρωτότυπο: THE WONDERING MINSTRELS

FELICIEN ROPS 
The hanged man at the bell (illustration for the legend of Thyl Ulenspiegel and Jamme Goedzak), 1867


Πηγή: goners.gr

(Ελεύθερη απόδοση του ποιήματος, goners)

Αδέρφια –ακόμα ζωντανοί-
μην είσαστε σκληροί με εμάς,
συμπόνια αν δείχνατε μπορεί
και εσάς ο Θεός να λυπηθεί.
Εμείς –πέντε έξι από σας-
σπρωχτήκαμε στο αγνάντι αυτό,
κρέμεται η σάρκα στο σκοινί
γεύμα στα όρνια διαλεχτό,
σάπιο εφαγώθη• και βρωμά.
Τα κόκκαλα, σκόνη λεπτή,
σ’ανέμους άγριους θα χαθούν.
Κανείς στον κόπο δεν θα μπει
μιά προσευχή γιά μας να πει:
Είθε ο Θεός να λυπηθεί
έναν μας και όλους• πιά νεκρούς.

Αδέρφια, τα λόγια μας αυτά
δεν ειν’γιά σας βαριά βρισιά.
Κι όμως, στον νόμο των πολλών,
κρεμώμαστε απ’το σκοινί.
Και λίγοι, ξέρετε, είναι πιά
οι ντόμπροι άντρες –σ’ότι πουν.
Μιά προσευχή γιά μας, νεκροί
που είμαστε, κάποιος σας να πει•
μακάρι η χάρη του Ιησού
να μην χαθεί σ’άγονη γη
κι ας μην σκιστεί με κεραυνούς
η Κόλαση, γιά να χαθούν
οι κολασμένες μας ψυχές•
[βιάση δεν έχει πιά γιά μας•]
είθε ο Θεός να λυπηθεί
έναν μας και όλους• πιά νεκρούς.

Νεκροί. Λουσμένοι από αστραπές
και ξεπλυμένοι απ’την βροχή
στεγνώνουμε στων ζωντανών
τον λαμπρό ήλιο –εμείς• νεκροί•-
την θλίψη μας και τα κορμιά•
σάρκες• βορά των σκουληκιών.
Κοράκια μας τσιμπολογούν
τα μάτια• τα μαλλιά τραβούν.
Γιά μας ξεκούραση καμμιά.
Σαν μιά κατάρα θεϊκή,

άγριοι άνεμοι σκορπούν
τα κόκκαλά μας στους καιρούς•
και ενώ στην Κόλαση βουτούν
τα ρημαγμένα μας κορμιά
-τα τρυπημένα πιό πολύ
κι από του ράφτη το λευκό
το δάχτυλο- που όμως κρατούν
το φως το λίγο, το αχαμνό.
Μην πέσετε σαν τα σκυλιά
πάνω στα αδέρφια μας προτού
μιά προσευχή πείτε γιά μας:
είθε ο Θεός να λυπηθεί
έναν μας και όλους• πιά νεκρούς.

Πρίγκηπα, Κύριε των Ψυχών,
Άρχοντα, κράτα μας καλά
πάνω απ’της Κόλασης το φως•
[μ’Αυτόν δεν έχουμε δουλειά].
Αδέρφια, αστείο δεν είναι αυτό•
είθε ο Θεός να λυπηθεί
έναν μας και όλους• πιά νεκρούς.


......................................................................................................
......................................................................................................

Πηγή: ΒΙΚΙΘΗΚΗ

(Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης)

Άνθρωποι, αδέρφια, που ύστερά μας ζείτε,
Σκληρή για μας μην έχετε καρδιά.
Γιατί αν εμάς τους δόλιους σπλαχνιστείτε,
Πιότερη ο Θεός για σας θα 'χει σπλαχνιά.
Πεντέξι εδώ κρεμιόμαστε κορμιά•
Κι η σάρκα μας, που πλούσια είχαμε θρέψει,
Φαγώθηκε μπουκιές, σάπια έχει ρέψει,
Κι ο σκελετός μας στάχτη θε να πέσει.
Τα χάλια μας κανείς μην κοροϊδέψει,
Μονάχα πέστε: "Ο θεός να τους σχωρέσει!".
Την ικεσία μας μην καταφρονείτε,
Αδέρφια, κι ας μας σκότωσε έτσι δα
Η δικαιοσύνη. Μόνο, αφού σκεφτείτε
Πως όλων τα μυαλά δεν είν' σωστά,
Μ' ήσυχη μεσιτέψετε καρδιά
Στης Παρθένας το Γιο να μη στερέψει
Τη χάρη του για μας και να μην πέψει
Τη φλόγα τ' Άδη απάνου μας να πέσει.
Πεθάναμε, κανείς μη μας παιδέψει,
Μονάχα πέστε: "Ο Θεός να τους σχωρέσει!".
Απ' τις βροχές πλυμένους μας θωρείτε,
Μαύρους, ξερούς απ' του ήλιου τη φωτιά•
Τα όρνια μας κούφωσαν τα μάτια, μήτε
Φρύδια μας μείναν μήτε και μαλλιά.
Ανάπαψη δε βρίσκουμε καμιά:
Εδώθε, εκείθε, απ' όπου ο άνεμος πνέψει
Στο κέφι του φριχτά θα μας χορέψει
Τσίμπιους σα δαχτυλήθρες. Να ξεπέσει
Στην παρέα μας κανείς σας μη γυρέψει,
Μονάχα πέστε: "Ο Θεός να τους σχωρέσει!".
Η ισχύς σου, αφέντη Ιησού, ας μας προστατέψει•
Ο Άδης λογαριασμούς μη μας σκαλέψει,
Στα νύχια του η ψυχή μας να μην πέσει.
Άνθρωποι, εδώ τ' ανάμπαιγμα ας τελέψει•
Μονάχα πέστε: "Ο θεός να τους σχωρέσει!".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου