Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Γεώργιος Σουρής, Τραμπουκολόγιον (Εν ημέρες βουλευτικών εκλογών)


Πηγή: ΒΙΚΙΘΗΚΗ

Στα πρώτα χρόνια της ελληνικής δημοκρατίας μετά την Τουρκοκρατία, η ψήφος ήταν τόσο υπεύθυνη υπόθεση όσο είναι και σήμερα... Οι τότε πολιτικοί λοιπόν στους προεκλογικούς τους «αγώνες» εξαγόραζαν ψήφους προσφέροντας ως αντάλλαγμα πούρα Αβάνας Trabucos στους ψηφοφόρους.


Δεκέμβριος 1881.

- Ἄϊντε, ρὲ Μῆτσο, πᾶμε στοῦ Τενεκὲ τὸ σπίτι
νὰ βάλωμε καμπόσα παλῃόχαρτα στὸ χέρι·
τοῦ πῆρε κι' ὁ Βαγγέλης προχθὲς μισὸ μετζῆτι...
Ἄϊντε, ρὲ Μῆτσο, πᾶμε, κι' ἔχει γερὸ κεμέρι...
Πληρόνει ὁ ἐρίφης, πληρόνει μιὰ χαρά...
Τραμποῦκος ποὺ θὰ πέσῃ καὶ τούτη τὴ φορά!

- Ἂν δὲν τὸν χαρατσώσω κανένα κατοστάρι

νὰ μὴ μὲ λένε Σπῦρο, καὶ φτῦσε με στὴ μούρη...
- Μισὴ ὀκᾶ στὰ δύο ἀκόμη, ταβερνιάρη. -
Ἔτσι ποὺ λές, θὰ γδάρω αὐτὸ τὸ κελεποῦρι.
Τόκα λοιπόν, ρὲ Μῆτσο. - Γειά σου, μωρὲ ἀντάμη!
Ἐβίβα του κι' ἐκείνου τοῦ Τενεκὲ τοῦ βλάμη.

- Προχθὲς καπνὸ δὲν εἶχα μὲς στὴν καπνοσακκοῦλα,

καὶ σ' ἕνα βουλευτή μας τραβάω ὁλοΐσια
σ' ἐκεῖνον ὅπου ἔχει ἀπὸ τὴν Τζιὰ μιὰ δοῦλα,
θεονταρντάνα πρώτης, ψυχή μου, στὰ Πατήσια!
Καλῶς τονε, μοῦ λένε, ρὲ γειά σας, τοὺς φωνάζω,
καὶ μὲ τὰ μοῦτρα πέφτω μὲς στοῦ καπνοῦ τὸ βάζο.

- Εἶδες, μωρέ, τί δοῦλα!... νά! μὰ τὴν Βαγγελίστρα,

μπορῶ γι' αὐτὴ νὰ γίνω παρτσάδες καὶ κομμάτια·
μὰ σοὔχει ἡ φακλάνα στὴ μέση μιὰ χωρίστρα,
σοῦ ἔχει κἄτι φρύδια καὶ κἄτι μαῦρα μάτια!
Ἀμμ' τί σοῦ λέει πάλι ἐκεῖνο της τὸ χέρι...
Ὤ! μπῆξε μου, ρὲ Μῆτσο, μὲς στὴν καρδιὰ μαχαῖρι.

- Γιατί, προχτὲς τῆς εἶπα, δὲν βγαίνεις βουλευτίνα;

Βάλε, ψυχή μου, κάλπη, κι' εὐθὺς νὰ σοῦ τὸν ρίξω·
αὐτὴ χαμογελοῦσε στὰ λόγια μου ἐκεῖνα,
κι' ἀπάνω της μ' ἐρχόταν σὰν λύκος νὰ χυμήξω.
Ἕνα φιλὶ τὸν ψῆφο, τῆς λέω κι' ὄχι ἄλλο,
καὶ βουλευτὴ γιὰ σένα τ' ἀφεντικὸ θὰ βγάλω.

- Ἐβίβα της!... δὲν ξέρεις, ἐχθὲς μὲ τὸν Σωτήρη

εἶπα σὲ μιὰ κυρά μας τὸ πιάνο νὰ μᾶς παίξῃ·
κι' αὐτὴ γιὰ τὸ δικό μας μονάχα τὸ χατῆρι
ἐκάθισε στὸ πιάνο χωρὶς νὰ βγάλῃ λέξι.
- Ἐβίβα καὶ τῆς δούλας, καὶ μία παραπάνω...
- Καὶ τῆς κυρᾶς ἐβίβα, ὅπου μᾶς παίζει πιάνο.

- Μὰ τὸ σταυρό, ἐφέτος τὸν κόσμο θὰ χαλάσω,

ἀφίλητη, ρὲ Σπῦρο, δὲν θὲ ν' ἀφήσω δοῦλα,
πολτρόναις, καναπέδες, καὶ ὅ,τι βρῶ θὰ σπάσω,
καὶ σ' ὅλα θὰ δουλέψῃ ἀμάκα καὶ ρεμοῦλα.
Ἀμμ' τί θαρροῦνε τάχα οἱ παλῃομασκαράδες
πὼς ἔτσι μόνο τζάμπα γιὰ νἄβγουν βουλευτάδες;

- Γιατί μονάχα τώρα μᾶς σφίγγουνε τὰ χέρια,

καὶ ἔρχονται μαζί μας στὸ καπηλειὸ καὶ πίνουν;
γιατί μονάχα τώρα νὰ λύνουν τὰ κεμέρια,
καὶ σ' ὅλα τ' ἀνταμάκια παλῃόχαρτα νὰ δίνουν;
Γιατί καὶ σὰν δὲν εἶναι γιὰ νἄβγουν βουλευτάδες,
δὲν ἔρχονται μαζί μας νὰ τρῶνε καὶ γιακάδες;

- Μωρὲ θὰ φᾶε μαῦρο, ὅπου θὰ πάῃ γόνα!

- Σήκω, ρὲ Μῆτσο, πᾶμε σὲ κανενὸς τὸ σπίτι,
νὰ κουνηθοῦμε λίγο ἀπάνω στὴν πολτρόνα,
νὰ δοῦμε καὶ λιγάκι κανένα νεροχύτη.
- Ἐγὼ καὶ στῇς κυράδες τ' ἀμόρε θὲ νὰ κάνω...
- Σήκω καὶ ἔχω κέφι ν' ἀκούσω λίγο πιάνο.

- Εἰς τὴν κυρὰ θὰ πᾶμε κι' οἱ δύο μας κουροῦνα

καὶ νὰ μοῦ βγοῦν τὰ μάτια, ἂν δὲν στὴν καταφέρω
μὲ τὸ γλυκό της πιάνο νὰ πῇ τὴν Παπαροῦνα...
τί μαλαγάνα εἶμαι μὲ ξέρεις καὶ σὲ ξέρω.
- Τόκα λοιπόν, ρὲ Σπύρο, καὶ βουλευτὴς νὰ γένῃς...
- Ἔ! Ταβερνιάρη, γράφτα, καὶ ἔχε νὰ λαβαίνῃς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου