Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Έντγκαρ Άλαν Πόε, Η χώρα των Oνείρων

M.C  ESCHER   Scholastica (Bad Dream) 1931




(Μετάφραση: Νίκος  Σημηριώτης)

ΜEΣ’ άπδ δρόμο έρμο κι ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ' όνομα ΝΥΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Κάτω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα 
Από μι' αχνή, στερνή της Θούλης χώρα —
Από μιαν άγρια γη θλιμμένη πού άυλη, μαγεμένη, 
        Πέρ' από ΧΩΡΟ καί από ΧΡΟΝΟ μένει.

Λαγκάδια απύθμενα κι άνοχθες ρεματιές, 
Φαράγγια, καί Τιτάνια δάση, καί σπηλιές,
Πού τή μορφή τους άπ’ τόν άνθρωπο σκεπάζει 
Πάντα η πάχνη πού τριγύρω αργοσταλάζει. 
Κορφοβούνια πού κυλούν ολοένα άγάλι 
Σέ βαθιά πελάγη δίχως περιγιάλι
Πέλαγα πού ακούραστα κλωθογυρνούνε,
Σ' ουρανούς γεμάτους φλόγες ν' ανεβούνε
Λίμνες πού ατελείωτα, πέρα μακριά,
Έρημα ρείθρα απλώνουν —έρημα καί νεκρά,— 
Ρείθρα ασάλευτα —νεκρά καί παγωμένα 
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα.

Πέρα εκεί στις λίμνες πού όλο πιό μακριά
Έρημα ρείθρα απλώνουν, έρμα καί νεκρά, — 
Ρείθρα θλιβερά, νεκρά καί παγωμένα 
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα, —
Στις βουνοκορφές — στ' αργό ποτάμι κάτω 
Μέ τό αιώνιο, σιγαλό μουρμούρισμά του, — 
Μές στά γκρίζα δάση, — μές στό τέλμα εκεΐ 
Πού κοντά στό φρύνο η σαύρα κατοικεί, — 
Πλάι στό φριχτό βούρκο, πλάι στά βαλτονέρια 
       Πού 'χουν οί δράκοι γιά λημέρια, —
Πλάι στήν κάθε αναγελάστρα, ανόσια άκρη —

Στης πλαγιάς της πιό μελαγχολικής τά μάκρη, — 
Βρίσκει εκεί μέ τρόμο ό ξένος σιωπηλές 
Πεπλοφόρες κάποιες θύμησες παλιές —
Φάσματα, πού τό διαβάτη όταν κοιτάζουν 
Ξαφνιασμένα προσπερνούν κι αναστενάζουν — 
Ασπροσάβανες σκιές φίλων, πού από χρόνια 
Σ' Ουρανό καί Γης δοθήκαν εναγώνια.

Στήν καρδιά πού έντός της μύριες πίκρες κλείνει 
Φέρνει η χώρα αυτή παρήγορη γαλήνη —
Γιά τό πνεύμα πού διαβαίνει στό σκοτάδι 
Μοιάζει του Ελντοράδο νά  'ναι αυτή σημάδι ! 
Μά ό ταξιδευτής, εκείθε ως ταξιδέψει,
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει 
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο 
Απ' τό δειλό του ανθρώπου μάτι τ' ανοιγμένο
Έτσι τό θέλει ό βασιλιάς της, πού 'χει ορίσει 
Ποτέ ματόφυλλο νά μήν ανοιγοκλείσει·
Γι’ αυτό η φτωχή Ψυχή πού εδώ περνάει θλιμμένα 
Μόνο μέσ’ από κρύσταλλα τή βλέπει θαμπωμένα.

Μέσ’ από δρόμο έρμο κι Ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ’ όνομα ΝΤΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Πίσω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα 
Απ’ τήν αχνή, στερνή της Θούλης χώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου