Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Ζαν Φιλίπ Καρλό, Η Πορεία


NATASHA KRENBOL   Σχέδιο με μελάνι



(Μετάφραση: Έλενα Βόγλη)


1

     Είμαι στην πορεία. Προχωρώ στη σειρά. Σκοτώθη-
καν δυο μουλάρια χθες. Κανείς δεν άκουσε τις πιστο-
λιές.
     Τίποτα δεν ακούστηκε, εκτός απ’ τα δυο ζωντανά, 
να ψυχορραγούν με το ζεμένο φορτίο τους. Τ'αφεντι-
κά τους τα ξεπάστρεψαν. Πιο αθώα από τους ανθρώ-
πους, σκέφτηκα απλοϊκά.
     Μετά ξαναπήραμε τον δρόμο, όπως μας οδηγούν, 
παρακαλώντας τον αϊτό, τον βράχο, τον καταρράκτη, 
κοιτάζοντας μέσα στο μάτι των πραγμάτων.

 
 2

Μου μιλάνε στ’ αγγλικά. Δεν μου αρέσει αυτό. 
Μαθαίνω κάποιες καθημερινές λέξεις. «Καλημέρα .
Πρωί-πρωί. Όπλο. Νερό. Άντρας. Γυναίκα. Πολύ. 
Προχωρώ. Στοπ. Οι άλλοι. Σκοτώνω.»
     Αυτό δεν μας φέρνει βέβαια πιο κοντά.
     Πώς λέμε «αθώος»;  Αυτό, δεν τολμώ να το ρωτήσω.


3

    Υπάρχει κι ένας αιχμάλωτος στην πορεία. Το πρωί, 
δεν απαντάει στον χαιρετισμό μου.
    Ο χρόνος απλώνεται σα στρωσίδι πάνω μας. Μας 
ενώνει, μας μπλέκει μεταξύ μας και με το τοπίο. Εδώ 
πέρα υπάρχει μία τάξη, ακόμα κι αν δεν βγάζει που-
θενά, ακόμα κι αν οδηγεί στο χειρότερο.
    Κάθε πρωί, θα ’θελα τον χαιρετισμό του. Όμως 
ποτέ δεν μου απευθύνεται, ποτέ.

 
4

    Ταξίδεψα με το μέταλλο των κανονιών, με το τρα-
γούδι του βραστήρα, με τον ασβέστη των τοίχων. Μια 
νύχτα, με αφορμή τα βιβλία μέσα στη τσάντα μου, 
με ρώτησαν, «are you still at school?». Πας ακόμα 
σχολείο; «Ξαναπάω», σκέφτηκα χωρίς να τολμήσω να 
το πω.
     Σήμερα ο αιχμάλωτος βαδίζει μόνος μπροστά. Ένας 
τεράστιος σάκος τον εμποδίζει μέχρι τη μέση των μη-
ρών. Τρία μέτρα τον χωρίζουν από τους υπόλοιπους. 
Μια βροχή δίχως τέλος βαλτώνει το μονοπάτι που 
πνίγεται απ’ τη λάσπη των παρατημένων χωραφιών. 
Πουθενά καταφύγιο όταν η βροχή δυναμώνει. Τρέ-
χουν ρυάκια από πάνω μας.
     Ταξιδεύω δίχως μνήμη.


5
 
     Το μάτι του κολλημένο στο στόχαστρο. Το δάχτυλο 
πατάει τη σκανδάλη. Κανένα έλεος στη διαδρομή της 
σφαίρας.
     Όταν ματώνει το απέναντι πουκάμισο, όταν ξεχνά-
ει τη λευκότητα του θηλασμού, όταν δίνει τον βίαιο 
θάνατο και τα δάκρυα: πώς το κάνει, αυτός που στο-
χεύει; Και είμαι στο στρατόπεδό του, αφού πορεύομαι 
μαζί του, αφού δεν κάνω τίποτα για να τον εμποδίσω. 
Προχωρώ στη σειρά. Δεν κοιτάζω πια μπροστά.
     Όταν γελάσουμε, θα ξεχάσουμε το πλήθος των σκοτωμένων;
 

6

Γνωρίζω τόσο λίγα για τους ανθρώπους. Εδώ, 
υπάρχει ένα πλήθος που σου πιάνει το χέρι, και προ-
σπαθεί να κρατήσει τη ρότα του. Αυξανόμαστε ολοέ-
να αγνοώντας τη συνολική εικόνα της πορείας .
     Οι πληγές μοιάζουν μεταξύ τους, ενώνουν.
 

7

     Αεροπλάνα, αντιαεροπορικά, ηχητικό πανδαιμό-
νιο. Ακούμε τις οβίδες να περνάνε. Τον βλέπουμε τον 
Θάνατο να περνά πάνω από τα κεφάλια μας. Μερικές 
φορές σερνόμαστε, άλλοτε κρυβόμαστε σφιχταγκα-
λιασμένοι.
     Γνωρίζω τόσο λίγα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Κι 
όμως εξαφανίζουν τις πληγές μου. Αυτό τολμώ να το 
γράψω. Δεν μπορώ να τους το πω. Πάντα όμως μου 
’ρχεται να το πω.
 

8

     Προχώρα. Προχώρα. Βαδίζουμε χωρίς να ονομά-
ζουμε. Το αύριο δεν θα μας αλλάξει. Προχώρα. Όλα 
θα παραμείνουν. Να σκοτώνεις δεν είναι αρκετό.
     Ορφανοί απ’ το νερό του καταρράκτη στα γυμνά 
μας πόδια, όταν παύουν οι εκκωφαντικές στιγμές του 
μπαρουτιού, όταν μετράμε τους νεκρούς απέναντι, 
όταν θρηνούμε τους δικούς μας. Όταν όλα επανέρ-
χονται, όπως μετά τ’ απανωτά τιτιβίσμαχα από ένα 
σμήνος πουλιών. Αυτή η ανυποχώρητη τάξη, δίχως 
κανένα περιθώριο σκέψης.
     Σήμερα, χωρίς ενοχή, σκέφτηκα: «οι δικοί μας.»


9

     Μου ζητούν να κουβαλήσω ένα από τα τουφέκια 
τους. Σα να μου ζητάνε να καταλάβω τη μνήμη τους. 
Δε λέω τίποτα, θα ήταν λάθος. Μου ζητούν να κου-
βαλήσω το τουφέκι ενός σκοτωμένου. Ε, λοιπόν, το 
κουβαλάω.
     Κουβαλάω και τον θάνατο και το αίμα τού απένα-
ντι. Το στόμα τους, οι λέξεις τους, με παραδίδουν σ’ 
αυτούς. Μια μέρα θα μου ζητήσουν να ρίξω. Μια μέρα 
θα με σκοτώσουν οι απέναντι ίσως, εάν δεν ρίξω.
     Τι απάντηση να δώσω στην τρύπα στο κεφάλι; 
Ποιος άξιζε αυτόν τον πόνο;

 
10

     Σήμερα το πρωί ο αιχμάλωτος, ξαπλωμένος πάντα, 
δεν κοιμόταν. Το βλέμμα του με πυρπόλησε και σκε-
πασμένο από ντροπή, ξέρανε το λαρύγγι μου. Αυτό 
το βλέμμα με τρέλανε, σχεδόν σε σημείο να θέλω να 
τον σκοτώσω. Δεν ξέρω τίποτα, δεν νοιώθω τίποτα. 
Μετά από τέσσερις μέρες ένοιωθα λίγο μικρότερη 
την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και σε μένα. Εκεί-
νος, όχι.
     Πρωί-πρωί βάζω τ’ όπλο μου στον ώμο, νομίζω εί-
ναι περήφανοι για μένα. Λες και το τουφέκι μ' έκανε 
φιλικό. Είναι κάτι αυτό το βάρος που νοιώθω περπα-
τώντας. Σα να το άξιζα.
 

11

     Σήμερα περπατάω πλάι του, είμαι ο φύλακάς του. 
Λαχανιάζει περισσότερο από μένα, του λείπει δύ-
ναμη. Αντιστέκεται με ό,τι του απομένει. Λέω στον 
εαυτό μου, περιμένει να ξεπηδήσουν οι φλόγες από 
τον απέναντι λόφο. Σε λίγο, βαδίζουμε στην άκρη 
ενός γκρεμού, φοβάμαι μη ριχτεί. Φοβάμαι να δω την 
πτώση του.
     Η εξορία καίει. Είμαι ο φύλακάς του. Σε κάποιες 
στιγμές της πορείας μας τον ξεχνάω, όταν κοιτάζω 
ένα πουλί ή όταν γυρεύω την κεφαλή της πορείας 
μετά την επόμενη στροφή.
     Από το πλάι, είναι νέος. Στην ηλικία του γιου μου 
ίσως, αυτού του ανέμελου που σε λίγο τελειώνει το 
Λύκειο. Εγώ ο ανέμελος που τον ξεχνώ, εγώ που δεν 
ξέρω τι ν’ ακούσω, τι να πω, βαδίζω δίπλα του με τη 
σειρά μου, όπως όλοι μας.
     Είμαι στον πόλεμο και μαζί τους.
     Η ειρήνη με κάνει να υποφέρω.
     Ο πόλεμος λιγότερο.
     Αρχίζω να σκέφτομαι πως είναι η μόνη δυνατή κα-
τάσταση.
     Έτσι σκέφτονται κι αυτοί; Πολύ φτωχό να το ρω-
τήσω. Μου ’ρχεται όμως πάλι να το πω.
     Still at school.


12

     Κάποια παιδιά μας κοιτούν να περνάμε. Το ένα 
απ’ αυτά, ίσως το πιο μεγάλο, φτύνει ένα κουκούτσι 
πάνω σε μας τους δυο, στον αιχμάλωτο και σε μένα. 
Νοιώθω στο στόχαστρο. Μας καρφώνουν με βλέμμα 
σκυθρωπό. Νοιώθω εχθρός.
     Θα’ θελα να κοιμηθώ εδώ απόψε για να τα ξαναδώ.
Έχουν σφεντόνες και την αρχή αυτού που μου λείπει.

 
13

     Τα πυρά. Ο φόβος. Τ’ αφηνιασμένα μουλάρια. Ρι-
πές. Μια σύντομη σιωπή. Κι άλλες ριπές. Μερικές 
σφαίρες ξανά. Μετά οι βολές ξεμακραίνουν. Εκτός 
εμβέλειας.
     Δυο άντρες κομμένοι στα δυο στη μέση της από-
κρημνης πλαγιάς. Νεκροί στη γενέθλια χώρα. Ο 
ήλιος πολιορκεί τα στόματά τους που χάσκουν στον 
ουρανό.
     Τα πυρά. Η τέχνη του πολέμου με τρομάζει.
     Χωρίς φορεία. Φτυάρια. Αυτή τη φορά καλούν ενι-
σχύσεις. Μας λείπουν οι επίλεκτοι σκοπευτές. Ακό-
μα και σε μένα.


14

Έφτασε μια άλλη ομάδα. Αυτοί ξέρουν να διαβά-
ζουν τους χάρτες, μου μιλάνε αγγλικά, γερμανικά, 
ακόμα και γαλλικά.
     «Γάλλος;»
     «Δεν καπνίζεις;»
     «Γιατί είσαι εδώ;»
     «Το γαλλικό ψωμί, μου αρέσει το γαλλικό ψωμί».
     Φτιάχνουμε μια ομάδα. Ο πόλεμος είναι παντού. 
Τα όπλα πλήθυναν, έγιναν πολύπλοκα. Αυτή τη 
φορά, είμαι ολότελα ξένος.
     Σιμώνοντας σε κάθε χωριό, φόβος μη μας βρουν 
οι βόμβες. Φοβάμαι τα περίχωρα. Σα να ’ναι καθιε-
ρωμένο, το μακελειό μας περιμένει. Το είπαν και τα 
βλέμματα.

 
15

     Διπλοβάρδιες ανά τριάδες. Αυτή τη νύχτα μπο-
ρούμε να κοιμηθούμε. Κοιμόμαστε με τις ώρες. 
Η νύχτα μας υποδέχεται κραταιά.
     Μόνος κοντά στην ανατολική σκοπιά, ο αιχμάλω-
τος κοιμήθηκε καθιστός, με τα χέρια πάντα δεμένα 
κι από δω και πέρα σ’ ένα δέντρο.


16

     Εξαφανίστηκε,
     Ρώτησα «where is he?», «Πού είναι;», «Gone», 
«Έφυγε», «Where?», «Don't know»,
     Τώρα ξέρω: «He wanted to go...», «Θέλησε να δρα- 
πετεύσει»: ψηλά απά τη γέφυρα, τον γκρέμισαν στα
βράχια.
     Γρήγορα, να με γυρίσουν στα σύνορα, Δεν ξέρω πια 
ποιος κατοικεί μέσα μου βαθιά, Τον γυρεύω ακόμα, 
μα βρίσκομαι πάλι σ' ένα στρατόπεδο, στο δικό τους 
στρατόπεδο.
     Γίνεται μια σιωπή μεγαλύτερη μέσα μου.
     Δεν μου επιτρέπεται η συνενοχή. Ήμουν πιστός 
σ' αυτή την πορεία, ο ένας πίσω απ' τον άλλον. Δεν 
θέλω πια συντρόφους.
     Θέλω να φύγω, γρήγορα,

 
17

     Ουρλιάζει,
     Αυτή τη φορά είναι ο αδελφός του. Με τα χέρια 
ανοιχτά, δρασκελίζοντας πρώτος το πέρασμα, Μονα-
δικά του λόγια: «Αφήστε με να τον θάψω μόνος μου! 
Αφήστε με να τον θάψω μόνος μου!»


18

     Το παρόν περνά από χέρι σε χέρι, το παρόν των
αρμάτων.
     Προ ολίγου, πριν κοιμηθούμε, τραγουδούσαν.

 
19

     Μπορούν να βιάσουν. Βιάζουν. Κι αφήνουν το νε-
αρό κορμί τσακισμένο.
     Τους έχω δει να βιάζουν. Σα να βίαζα κι εγώ μαζί 
τους. Το ’Βαλα στα πόδια. Στη φυγή μου, απέφυγα το 
βλέμμα των βιασμένων.
     Πήρα το σχήμα του εχθρού: τιμωρίες, συγνώμες 
που διχάζουν τον κόσμο στα δύο που κατακάθονται 
σαν τη σκόνη μετά τις σφαγές.

 
20

     Οι σημειώσεις μου: «Ολοκληρωτικά δεμένοι με 
τον ορίζοντα, με την αναπνοή των φύλλων. Όλοι μας 
στόχοι: ο λαβύρινθος μπορεί να ξεράσει τη φωτιά του 
ανά πάσα στιγμή. Ο Θεός, ένα κερί μέσα στη νύχτα. 
Ο εχθρός λαχανιάζει. Και πού να τραγουδήσεις; 
Τραγούδα επί τόπου!»
     Οι σημειώσεις μου τους έκαναν να γελάσουν. Εξάλ-
λου, είναι λιγότερο ύποπτες όταν τις διαβάζω εγώ.

21

     Απόψε η γιορτή. Με προσκαλούν. Νοιώθω ότι δεν 
είναι και πολύ σίγουροι τι να κάνουν με μένα. Ούτε 
κι εγώ.
     Τόλμησα: «δεν έχουμε κανένα νέο, κι αν οι μάχες 
σταμάτησαν; αν υπέγραψαν ειρήνη;», έστρεψε τα μά-
τια του στα ωραία μου παπούτσια πορείας, το βλέμμα 
και το χαμόγελό του με βάφτισαν άσχετο. Πληγωμέ-
νος, θέλησα να ανταπαντήσω, να του πω ότι στην ίδια 
του την πόλη, ο ζαχαροπλάστης πλουτίζει εις βάρος 
του: όμως, ούτε αυτό το ’πα.

     «Για την ώρα, κάθε καρδιά και τάφος», μου είχε 
πει.
     «Το ίδιο κι η δική του» είχε προσθέσει εννοώντας 
τον αιχμάλωτο.


22

     Ανάμεσα στους φρουρούς, ένας σκοπευτής, αυτός 
που είδα τρεις φορές να χτυπάει διάνα, στα διακό-
σια, στα τριακόσια μέτρα.  Απόψε, στην ανάπαυλα 
των πυρών, κοιμίζει ένα παιδί.  Αυτά τα ίδια δάχτυλα 
πάνω στα παιδικά μαλλιά, αυτό το ίδιο βλέμμα προς 
το παραδομένο χαμόγελο. Το ίδιο αίμα μέσα στο αντι-
φέγγισμα του κανονιού.
     Δεν μπορώ να τον ρωτήσω με ποιόν τρόπο έρχεται 
το πνεύμα των βλημάτων,

     Αυτός με ρωτά αν οι γυναίκες στο Παρίσι είναι 
πραγματικά τόσο όμορφες όσο λένε, σα στάχυα τρυ-
φερά. Κάνει την κίνηση σα να θωπεύει, πράγμα που 
μ’ ενοχλεί, μα είναι για να περιγράψει έναν αγρό με 
στάχυα.
     Τα τρυφερά στάχυα, τα ευεργετήματα, θυσιασμέ- 
να. Το πνεύμα των βλημάτων καταβροχθίζει ανελέη- 
τα τα πάντα. Εκείνους κι εμάς.
     Το πνεύμα των βλημάτων μπορεί να κυριεύσει κι
εμένα.

     Ένας φρουρός,
 

23

     Το πένθος. Η αθανασία. Οι νεκροί περπατάνε μαζί 
μας, πίνουν απ’ το μπουκάλι μας.
     O θάνατος είναι τόσο καθημερινός, τραγουδάει με 
τ' άλογα και τα πουλιά, βρίσκει όμορφο ένα τοπίο αν-
θισμένο.

 
24

     Πεθύμησα τα σεντόνια, τα κρεβάτια, τη σιωπή 
πίσω από τα κλειστά πατζούρια, το φως πάνω στη 
λευκή πετσέτα του μπάνιου.


25

     Ίχνος ανάπαυλας παρόλη τη νύστα.
     Χαλύβδωση. Εργαλεία θανάτου για την επαύριο.
     Ποιος είναι εκεί;  Από ποια πλευρά;
     Δίνουν στη γη τους την ανάπαυση του θανάτου 
τους. Γεροί σαν τον βράχο. Συλλαμβάνω όλη αυτή 
την αίσθηση. Η μέθοδος της ειρήνης.
     Μου ζητούν να συρθώ με το τουφέκι, η μπούκα του 
κανονιού στραμμένη στον σβέρκο μου. Με τι και γιατί 
μισούν; Τα κόκαλά μου θέλουν να πουν ψέματα.
     Περπατάμε στη σιωπή. Παντού η ελευθερία: στα 
δέντρα, στα λιβάδια, στα μάτια. Η ίδια ελευθερία, 
όπως αυτή των ειρηνικών πόλεων, μπερδεύεται ανά-
μεσά μας, υφαίνει τις ζωές μας μεταξύ τους. Περπα-
τάμε σαν τα πιτσιρίκια των ειρηνικών πόλεων.


26

     Τόπος.
     Τόπος ρημαγμένος.
     Τόπος που δεν ξεχνά την ευτυχία της λεμονιάς.

 
27

     Λούζεσαι στο αίμα σου. Το χώμα σε υποδέχεται και 
σε αγνοεί, ρουφάει το αίμα σου. Κι εμείς κοκαλωμέ-
νοι, άναυδοι. Αδύνατο να σε βοηθήσουμε. Εμείς κα-
λυμμένοι, εσύ ψυχορραγώντας στον ήλιο των κρυμ-
μένων σκοπευτών.
     Μακελειό. Καμία κίνηση. Από πού ήρθε αυτή η 
βολή;
     Οι λέξεις έξω φρενών, σβήνονται κατά εκατοντάδες 
από το λεξικό. Μένει μόνο μία λέξη, η ίδια σε κάθε 
σελίδα, δυσνόητη, ανείπωτη. Στόχος. Ήξεραν πώς δεν 
θα μπορούσες να συρθείς προς τα πίσω. Εύστοχο.
     Ο Θεός ίσως;
     Το στόμα σου που μιλούσε πριν λίγο. Αυτή τη φορά 
το λέω: φοβάμαι να το σκάσω σαν κότα. Χθες, πάνω 
στο οροπέδιο, με θέα στην κοιλάδα, νόμιζα πως έβλεπα 
όλα μας τα κρεμνά, αυτά όπου ρίχνεται ο άνθρωπος 
μέσα στα βάσανα, με την ίδια ορμή όπως στον έρωτα. 
Με την ίδια ορμή. Μα δεν έβλεπα τίποτα. Εαυτός μό-
νος. Τρομαχτικό παιχνίδι των λέξεων: Αυτοκτόνος. 
     Σταματήστε τα όλα.


28

     «Έρημος μέσα στο μυαλό, έρημος μες στα χρόνια, 
έρημος μες στις προσευχές, βήμα το βήμα. Βήμα το 
βήμα από παιδιά μέχρι εδώ. Ασύλληπτο.
     Κι όμως πιθανό. Εδώ είμαστε.
     Το μόνο που απομένει, τα ζωντανά μας σχήματα κι 
ο έρωτας. Ελευθερία. Δυστυχία.»
     Οι σημειώσεις μου τους έκαναν πάλι να γελάσουν, 
μεταφρασμένες κατά προσέγγιση και διαβασμένες στ’ 
αγγλικά: «good, good, thank you».

     Γνώρισαν την ειρήνη μέσα σ’ αυτή την κοιλάδα, 
είδαν την ειρήνη, περπάτησαν μέσα στην ειρήνη, 
ήπιαν νερό καθάριο από τα πηγάδια αυτών των χω-
ριών που τώρα ισοπεδώθηκαν.
     Είμαι ένας ξένος. Είμαστε ξένοι; Με παρασύρουν 
στο δίκιο τους;
     Για πρώτη φορά μου έρχονται δάκρυα. Επειδή 
άκουσαν αυτές τις ύποπτες σημειώσεις


29

     Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια όπως πριν, μονολογώ. 
Ξέρω όμως ότι αυταπατώμαι. Όταν θα έχω ζήσει μή-
νες σπίτι μου, θα γράφω όπως πριν. Θα ξεχάσω τον 
αιχμάλωτο, θα ξεχάσω τα σύνορα, θα ξεχάσω το τέ-
λος.
     Γράφω για να μην ξεχνώ. Ακόμα κι αν η μνήμη 
διώχνει τον φόβο, ακόμα κι αν ο φόβος διώχνει τη 
μνήμη.
     Θα θυμηθώ τα δυο κοτσύφια που βλέπαμε να κά-
θονται ανάμεσα στα πτώματα, να χοροπηδούν. Μετά 
ένα σκύλο που ζύγωνε με βήματα αργά. Περιπλάνη-
ση. Κάποιος τράβηξε στον αέρα μόνο και μόνο για να 
φοβίσει τα ζώα, και ν’ αφήσουν ήσυχο το χωριό.
     Ονειρεύομαι τις εποποιίες, μόνη δυνατή λογοτε-
χνία εδώ.
     Κανείς δε σταμάτησε το περιστέρι που ξανάπιανε 
το γουργουρητό του. Κι η πρωινή δροσιά περιέχει 
επίσης ηρωισμό.

     Λύτρωση


30

     Μέσα σε δύο μέρες, ίσως τρεις, θα έχουμε φτάσει, 
εκτός κι αν προκύψουν μάχες, καμιά επίθεση, καμιά 
κανονιά.
     Μου είπαν, «soon you'll sleep in a bed», σε λίγο θα 
κοιμάσαι σε κρεβάτι.
     Ντράπηκα γι’ αυτά τα σεντόνια που είχα επιθυ-
μήσει.
     Σκέφτηκα με νοσταλγία «και τώρα τι θα γίνουμε 
χωρίς τον πόλεμο».
 

31

     Αύριο φτάνουμε. Διόλου λυτρωμένος.
     Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να σωπάσω, διαφο-
ρετικά θα τ’ αλλάξω όλα. Ξέρω ότι θα μεταμορφώσω τα 
πάντα αν διηγηθώ. Τώρα πιστεύω πως ο πόλεμος είναι 
αναγκαίος. Ξέρω ότι δεν θα με πιστέψουν. Ξέρω πως 
είναι απαράδεκτο. Όχι, αυτό δεν είμαι εγώ.
 

32

     Τα πρόσωπα μ’ ενθαρρύνουν να τα εγκαταλείψω. 
Δεν ξέρω να το κάνω. θα διασχίσω αυτόν τον αόρα-
το τοίχο που χωρίζει τον πόλεμο από την ειρήνη. Σε 
λίγο δεν θα χρειάζεται πια να σέρνομαι.
     Χωρίς το βάρος του τουφεκιού. Σαν ακρωτηρια-
σμένος.
     Με το βλέμμα του αιχμαλώτου μέσα μου. θα ήμα-
σταν κι οι δυο εδώ.
     Με τη σιωπή του. Άγνωστο πού.
     Γυρεύω βλέμματα, στη διαχωριστική γραμμή που 
ξεχωρίζει τους ζωντανούς, στον καλπασμό ελεύθερων 
αλόγων.
     Δεν θα ξανανταμώσουμε πια.
     Αυτή η σιωπή, όταν κάποιος πεθαίνει.
.

33

     Η αυγή μέσα στο τζάιμι του τραίνου. Οι μόρφές 
επανέρχονται. Δεν ξέρω ποιος θα επιζήσει. Ποιος 
επιζεί.
     Μετά

     Θυμάμαι το τρεχαλητό αυτής της γυναίκας, αναμ-
μένη λαμπάδα, σαν κυνηγημένη από ένα μελισσολόι, 
αποτελειωμένη απ’ τη ριπή που έριξαν από κάποιο
παράθυρο. Που δεν μπορούσε πια τίποτα να κάνει, 
τίποτα να είναι.
     Ας γινόταν να σταματήσει το τρεχαλητό της, να 
σβήσει η φωτιά, το πρόσωπό της να γαληνέψει. Τόσες 
φορές πεθαμένη, κάθε φορά πεθαμένη.

                           Αυτό συμβαίνει
                           
                          ετούτη τη στιγμή.





Ζαν Φιλίπ Καρλό
 
Γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου του 1954 στην πόλη Μακόν της Γαλλίας.

Η Πορεία δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 2011 στο θέατρο Le Picolo(Saint-Quen- Paris)
 


Δημοσιεύσεις

Η Χαρά για 2 φωνές (αφήγημα εικονογραφημένο από την Stephanie Buttay), Ιούλιος 2010

Ιθάκες (Livre Pauvre), σε συνεργασία με τον Jean-Michel Marchetti, Νοέμβριος 2009

Συμμετοχή στην ανθολογία Ο κόαμος σου είναι ο δικός μου (Castor Astral), Ιούνιος 2009

Συμμετοχή στο συλλογικό έργο 111 Βουές των Πόλεων, σε σύλληψη και πραγμάτωση της  Bernadette Griot (CERTU),Οκτώβριος 2004

«θα ήθελα να συνεχίσω», ποίημα δημοσιευμένο στο νούμερο 21 της επιθεώρησης Liaison, Μάιος 2001





Με αφορμή το κείμενο έγραψαν  μουσική οι:

Απόστολος Καλτσάς και


με τη  Φωνή του Ζαν Φιλίπ Καρλό



το Νοέμβριο του 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου