Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Έντγκαρ Άλαν Πόε, Στην Ελένη

GUSTAVE MOREAU     Study of Helen 1890



(Μετάφραση:  Στέφανος Μπεκατώρος)

Σε είδα κάποτε — μια φορά μόνο — πριν από χρόνια
Να ειπώ δεν πρέπει πόσα — όχι πολλά ωστόσο.
Μεσάνυχτα ήταν, Ιούλιος μήνας κι απ' τη γεμάτη Σελήνη, 
που όμοια με την ψυχή σου αργά υψωνόταν,
Μια διάβαση ανοιγόταν κατακόρυφα μέσα στον ουρανό,
Απ’ όπου, ένα πέπλο φωτός, ασημί και μεταξένιο,
Επεφτε, με γαλήνη, με ύπνο και με θαλπωρή.
Πάνω στ’ ανεστραμμένα πρόσωπα χιλιάδων 
Ρόδων που άνθιζαν σε κήπο μαγεμένο.
Οπου ο αέρας, άτολμος, δε φυσούσε, πήγαινε μόνο ακροπατών-
         τας -
Επεφτε στ' ανεστραμμένα πρόσωπα των ρόδων
Που ανάδιναν. ανταποδίδοντας στο ερωτευμένο φως,
Μυρωμένες τις ψυχές τους μέσα σ' έναν εκστατικό θάνατο -
Επεφτε στ' ανεστραμμένα πρόσωπα των ρόδων
Που χαμογελούσαν και πέθαιναν στο παρτέρι τους, από εσένα
Μαγεμένα, κι από την ποίηση της παρουσίας σου.

Ντυμένη ολόκληρη στα λευκά,πάνω σε μια πλαγιά 
Από βιολέτες σε είδα ξαπλωμένη  καθώς η σελήνη 
Επεφτε στ' ανεστραμένα πρόσωπα των ρόδων,
Και στο δικό σου, ανεστραμμένο, αλίμονο, στη θλίψη!

Αραγε, ήταν η Μοίρα, ετούτα τα μεσάνυχτα του Ιουλίου -
Αραγε ήταν η Μοίρα (που τ' άλλο όνομά της είναι Θλίψη), 
Εκείνο που με πρόσταζε να σταματήσω στην αυλόθυρα,
Και το θυμίαμα ν’ ανασάνω κοιμισμένων ρόδων;
Βήμα δεν ακουγόταν  ο μισητός κόσμος παντού κοιμόταν, 
Εξόν από εσέ κι εμένα. (Ω Ουρανοί - ω Θεέ μου!
Πόσο χτυπά η καρδιά μου όταν σμίγει αυτές τις δυο λέξεις!) 
Εξόν από εσέ κι εμένα. Σταμάτησα - εκοίταξα -
Κι αιφνίδια όλα τα πράγματα έφυγαν.
(Αχ, μη ξεχνάς αυτός ο κήπος ήταν μαγεμένος!)

Οι πράσινες πλαγιές και τα φιδωτά μονοπάτια,
Τα ευτυχισμένα άνθη και τα παραπονεμένα δέντρα.
Πια δε φαίνονταν: κι αυτή ακόμα η ευωδιά των ρόδων 
Ξεψύχησε στην αγκαλιά του εραστή ανέμου,
Όλα - όλα έσβησαν εξόν από εσένα - εξόν από εσένα:
Εξόν από το θείο μονάχα φως τβν ματιών σου -
Εξόν απ’ την ψυχή των αγέρωχων ματιών σου.

Αυτά είδα μόνο - ήσαν για μένα ο κόσμος. 
Αυτά είδα μόνο - αυτά είδα μόνο ώρες κι ώρες -
Αυτά είδα μόνο ώσπου έδυσε η σελήνη, 
Τι άγριες ιστορίες της καρδιάς να ‘ναι γραμμένες 
Πάνω σ' αυτές τις κρυστάλλινες, ουράνιες σφαίρες!
Τι μαύρη συμφορά! κι όμως ποιά ύψιστη ελπίδα!
Τι θάλασσα περηφάνειας, ήρεμη και σιωπηλή! 
Τι τόλμη ριψοκίνδυνη! κι όμως πόσο βαθιά -
Τι απύθμενη δύναμη αγάπης!

Μα ιδου, η καλή Αρτεμις, επιτέλους, βυθίστηκε,
Μέσα σε λίκνο δυτικό από σύννεφα καταιγίδας'
Κι εσύ, ένα φάντασμα, γλίστρησες μακριά ανάμεσα 
Στα εντάφια δέντρα. Μόνο τα μάτια σου έμειναν.
Δεν  ήθελαν να φύγουν - δεν έφυγαν ποτέ ώς τώρα πια.
Το έρημο φωτίζοντάς μου μονοπάτι της επιστροφής,
Τη νύχτα εκείνη, δε μ’ εγκατέλειψαν ποτέ 
(Καθώς οι ελπίδες μου).

Μ' ακολουθούν - μέσ' απ' τα χρόνια με οδηγούν.
Είναι υπηρέτες μου - αλλά κι εγώ δούλος δικός τους.
Δουλειά τους έχουν να κρατούν τη φλόγα ζωντανή, να φέγγουν -
Χρέος δικό μου, μες στο λαμπρό τους φως να λυτρωθώ
στην ηλεκτρισμένη φλόγα τους να εξαγνιστώ,
Μες στη μακάρια φλόγα τους ν’ αγιάσω.
Γεμίζουν την ψυχή μου Ομορφιά (πού είν’ Ελπίδα).
Κι είναι ψηλά στους ουρανούς - τ’ αστέρια που γονατιστός 
Εκλιπαρώ στις σιωπηλές, θλιμμένες αγρυπνίες της νύχτας μου· 
Ενώ τα βλέπω ακόμη και τη μέρα, στη λάμψη 
Του μεσημεριού - δύο γλυκά λαμπερές 
Αφροδίτες, που δεν τις εξαλείφει ο ήλιος!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου