Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Γεώργιος Σουρής, Εκλογείς και υποψήφιοι

GILLES PERESS  
NORTHERN IRELAND. Derry / Londonderry. 30th January 1972 . A victim, Barney McGuigan, lies in a pool of blood as the shooting stops on Bloody Sunday.


(Από το περιοδικό «Μη χάνεσαι», Τόμος 2, Αριθμός 229, 1881)

Ανοίγει ένα κι άλλο βουλευτικό παλάτι,
και τόσων δεσποινίδων χεράκια τρυφερά
την λερωμένη σφίγγουν χερούκλα του χωριάτη,
και στο χαλί πατούνε ποδάρια βρομερά.
Μην κάθεσθε απ΄ έξω, στη σάλα μας ορίστε,
μη στέκεσθε ολόρθος, στον καναπέ καθίστε.

Τι κάνει ο κουμπάρος; ρωτούνε στα σαλόνια,
μα έξαφνα τους λένε οι φίλοι του χωριάτες
πως ο πτωχός κουμπάρος εδώ και τρία χρόνια
τον ύπνον των δικαίων στα μνήματα κοιμάται.
Καλέ αλήθεια λέτε πως πέθαν΄ ο καημένος;
Μα τι χρυσός κουμπάρος, και νάναι πεθαμένος!

Τι κάνει η κουμπάρα; ο ψυχογιός τι κάνει;
κι ο Κωνσταντής ο βλάμης δουλεύει με το κάρρο;
― Αμμί κι αυτός ο μαύρος κοντεύει ν΄ αποθάνει,
και γρήγορα θα πάει να εύρει τον κουμπάρο!
― Μωρέ κι αυτός πεθαίνει; μου έρχεται να σκάσω...
ακούς εκεί δυο ψήφους εις το χωριό να χάσω!

Οι υποψήφιοί μας με τόση προθυμία
για μας τους εκλογείς τους φροντίζουνε να μάθουν·
πω! πω! και αν ερχόταν καμιά επιδημία,
τι συμφορά μεγάλη ηθέλανε να πάθουν!
Να χάσουν τόσους ψήφους σε τούτη τη στιγμή;
τι θάνατος για τούτους και πόσοι στεναγμοί!

Φθάνει να είσαι μόνο δημότης περασμένος,
και αν πεθάνεις δίχως κανένας να σε κλάψει,
ο υποψήφιός σου θα κλάψει ο καημένος,
και μια νεκρολογία ίσως για σένα γράψει.
Και τι τιμή μεγάλη και ύψος μεγαλείου
τα δάκρυα να έχεις ενός υποψηφίου!

Ω εκλογείς δημόται, αν θέλετε τωόντι
μεγάλη να ιδείτε την κλασική σας γη,
μη σας πονέσει τώρα ούτ΄ ένα μόνο δόντι
προτού να τελειώσει η νέα εκλογή.
Φορέσετε φανέλλες και μάλλινα τσουράπια,
και τρώγετε ακόμη και του σιδήρου χάπια.

Με γούνες και ταμπάρα στους δρόμους περπατείτε,
για τη ζωή σας τώρα μεγάλη προσοχή,
σόμπες, φωτιές στα σπίτια ωσότου να καείτε,
μακριά από το κρύο, τη λάσπη, τη βροχή.
Φαγί, κρασί και γλέντι, αυτά τα τρία μόνο,
και ο Μπουρδούσης τώρα αξίζει ένα θρόνο.

Και άμα βασιλέψει της εκλογής η μέρα,
και δούμε τους καινούργιους αντιπροσώπους, τότε
πηγαίνετε, αν θέτε, στα Θυμαράκια πέρα,
ν΄ αναπαυθείτε λίγο, καλοί μου συνδημόται.
Ούτε λεπτό πια ένα θ΄ αξίζει η ζωή σας,
και ούτε θα σας κλαίει ο νέος βουλευτής σας.

Στους τάφους σας μονάχα η δόξα θα κατέβει,
τις νίκες μας να ψάλλει, την Πούντα και την Πόλη,
και γύρω σας μαρούλια και σκόρδα θα φυτεύει,
να τρώτε κάπου κάπου σ΄ αυτό το περιβόλι.
Και ίσως σας τρομάξει καμιά φορά στο μνήμα
ο λόγος του Δε Κάστρου απ΄ της βουλής το βήμα

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Γεώργιος Σουρής, Τράπεζαι - Ισθμοί

DOROTHEA LANGE   White Angel Breadline  1932



(Από το περιοδικό «Μη χάνεσαι», Τόμος 3, Αριθμός 286, 1882)

Εδώ Ισθμοί και Τράπεζαι εκεί Προνομιούχοι,
ιδού καινούρια δόκανα για την καημένη φτώχια!
εις το κυνήγι βγήκανε οι κλεφτοπαραδούχοι,
να μπλέξουν απονήρευτους στα μαγικά των βρόχια.
Κι εις όλους μας υπόσχονται χρυσούς αιώνας πάλι,
δουλειές με φούντες, πρόοδο, παρά με το τσουβάλι.

Μακριά οι απονήρευτοι από τους τραπεζίτας,
κάνουν πως τάχα μετοχές δεν θέλουν να σας δώσουν,
κι έπειτα λεν κρυφά κρυφά στους δούλους των μεσίτας
στο κλεφτο-Χαβιαρόχανο τα φόντα να υψώσουν.
Είναι τεχνίται έμπειροι εις το επάγγελμά των,
κι αν κλέβουν, μην πειράζεσθε, το έχει η δουλειά των.

Πώς θα κερδίσουν και αυτοί να περπατούν χορτάτοι,
νάχουν λακέδες, άλογα, αμάξια με κουδούνια,
να μπαίνει η κυρία των κι η κόρη στο Παλάτι;
πρέπει διπλά στα είκοσι να πάρουν μιλιούνια.
Και αν κλεψιά το κέρδος των ο άπειρος το κρίνει,
αλλά για κέρδος έντιμον το θεωρούν εκείνοι.

Μπορείς να είσαι έμπορος, χωρίς λεπτό να κλέβεις;
μπορείς να δώσεις χρήματα και τόκο να μην πάρεις;
μπορείς σε ζήτημα παρά το δίκιο να γυρεύεις;
θέλεις δεν θέλεις, γίνεσαι ολίγο κατεργάρης.
Έτσι κι αυτοί, αν κάμποσα πουγγιά δεν ελαφρύνουν,
πρέπει ν΄ αλλάξουνε δουλειά, ή ποιηταί να γίνουν.

Αμμέ αυτός ο στρατηγός, που ήλθε εδώ πέρα
για να μας κόψει τον Ισθμό, αλλά με χέρια άδεια,
και όλη μας η υψηλή τον υπεδέχθη σφαίρα
με γέλια, με συμπόσια, χορούς, προπόσεις, χάδια;
Και τούτος δεν σας φαίνεται πως ξέρει τη δουλειά του
καλύτερα και απ΄ αυτούς, που τρέχουνε κοντά του;

Ε! τι να κάμει και ο Τουρ! θέλει κι αυτός να φάγει,
κι αφού με τη στρατηγική δεν μπόρεσε να ζήσει,
μες στης Κορίνθου βούτηξε τα γαλανά πελάγη
με την ελπίδα βέβαια πως κάτι θα κολλήσει.
Και τώρα να του λύσετε, φωνάζει, τα πουγγιά σας,
αλλιώς μονάχος δεν μπορεί να σμίξει τας θαλάσσας.

Λοιπόν σφικτά κρατήσετε την έρημή σας τσέπη,
και έχετε να κάμετε μ΄ ανθρώπους ένα κι ένα,
που τη δουλειά τους έμαθαν να κάνουν όπως πρέπει,
και σαν και σας δεν παίζουνε στης τύχης τα γραμμένα.
Ας βρουν κλειστή την κλειδαριά της φτωχικής σας κάσας,
να δουν και σεις πως ξέρετε λιγάκι τη δουλειά σας.

Γεώργιος Σουρής, Κυβέρνα

GILLES CARON A French garde républicain in violent pursuit of a student in Paris 1968


(Από το περιοδικό «Μη χάνεσαι», Τόμος 3, Αριθμός 257, 1882)



Και τέλος πάντων την αρχή εσκέφθη να αφήσει
ο καπετάν Αλέξανδρος, κι επήγε στο Παλάτι,
μα έτυχε ο Βασιλεύς ολίγο ν΄ αρρωστήσει,
και νάναι για την τύχη του τρεις μέρες στο κρεβάτι.
Και έτσι ο Αλέξανδρος, απ΄ τα ψηλά πεσμένος,
χωρίς να θέλει κυβερνά με το στανιό το γένος.

Κυβέρνα το Ρωμαίικο και ώρα μην τ΄ αφήνεις!
αν έπεσαν επάνω σου σαν λυσσασμένοι σκύλοι,
κι ο Ξενουδάκης χάθηκε και ο Μωραϊτίνης,
ακόμη ας χαμογελούν τα όμορφά σου χείλη.
Ας μη σκεπάσουν σύννεφα πυκνά το κούτελό σου,
και η μαυρίλα ξαστεριά ας φαίνεται εμπρός σου.

Κι ο Βάλτος πάει, χάθηκε, μα και γι΄ αυτό μη σκάνεις,
η λύπη και το σοβαρό σε σένα δεν πηγαίνει,
εσύ ποτέ αγέλαστος στον κόσμο δεν εφάνης,
για σε ειρήνη, πόλεμος, το ίδιο δεν σημαίνει;
Μόνο με γέλιο κυβερνάς ως σήμερα το γένος,
και πάντα δείχνεις με αυτό πως είσαι χορτασμένος.

Σε άφησαν οι Θεσσαλοί κι οι Μπέηδες ακόμα...
Συ μόνος τους εχάρισες ελευθεριάς αέρα,
και όμως οι αχάριστοι πηγαίνουν μ΄ άλλο κόμμα,
και ξένη για γινάτι σου σηκώνουμε παντιέρα.
Σε τούτη την περίσταση εσάστισε ο νους σου,
και έχασες τα νούμερα και τους λογαριασμούς σου.

Αλλ΄ όμως αν σε άφησαν εις του λουτρού τα κρύα,
το ξάστερό σου κούτελο στιγμή ας μη θολώσει,
γιατί και η παγκόσμιος μας λέγει ιστορία,
πως έπαθαν χειρότερα της γης φωστήρες τόσοι.
Πόσοι και πόσοι τρόπαια δεν έκαμαν μεγάλα!
και όμως για ευχαριστώ τους έδωσαν κρεμάλα.

Τι κόσμος ασυνείδητος, αχάριστος και πλάνος!
Οι βασιλιάδες έξαφνα πεθαίνουν πεινασμένοι,
μια νύκτα ψαλιδίζεται αγέρωχος Σουλτάνος,
και μόνο με τον Κότταρη ο Κουμουνδούρος μένει.
Τέτοιος ο κόσμος πάντοτε θα είναι, όπως ήτο,
εκεί που σε πετροβολεί, σε παίρνει με τα ζήτω.

Κυβέρνα το Ρωμαίικο, Αλέξανδρε, ακόμα,
και ας μην έχεις σύμμαχο και φίλο ούτε ένα,
κι ας μένει για χατήρι σου κι ο βασιλιάς στο στρώμα.
Τόσα και τόσα χάσαμε, να χάσουμε και σένα;
Κάτου στου Βάλτου τα χωριά, τα πέντε βιλαέτια
φάτε και πιέτε, βρε παιδιά, πριν λείψουν τα ρουσφέτια.

Κ.Π. Καβάφης, Η πόλις

GEORGE GROSZ  The City 1917





1930

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ' αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.

 


Κ.Π. Καβάφης, Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

THOMAS COLE  The Course of Empire: Destruction  1836




1928

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.

Κώστας Βάρναλης, Αυτονεκρολογία

MIKALOJUS CIURLIONIS   Funeral  Symphony(VII) 1903

Νοέμβρης 1968

Μισὸν αιώνα πάλευα κι απάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ των άλλων,
κι όλο πιότερο μ᾿ έπνιγεν ο βρόχος,
κι οι γενναίοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δούλοι.

Μὲ μπουκώναν μωρὸ «Μεγάλη Ιδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αιμοβόρο οχτρό μου:
νά ῾μαι τού ξένου ο πάτος, νὰ μισώ
καὶ νὰ καταφρονώ τ᾿ ανόσιο πλήθος.

Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μού τ᾿ άνοιγαν η ζούγκλα των Ολίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ολάνοιχτ᾿ απομείναν ως τὸ τέλος.

Όσο τὰ χρόνια ασπρίζαν στὴν κορφή μου,
τόσο βαθιὰ μού μάτωνεν η ελπίδα.
Μάθαινα πὼς η αγάπη είναι δειλία
κι η καλοσύνη αγιάτρευτο κακό.

Ήρωας δὲν  ήμουν, μ᾿ έκαμνεν ο φόβος
(ή θὰ σκοτώσεις ή θὰ σκοτωθείς)
νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα
καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.

Νὰ γελιέμαι πὼς ζώ, ξεπόρτιζα έξω.
Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.
Πιανόμουν απὸ κάγκελα καὶ πόρτες
μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι όχι εγώ!

Μ᾿ αφησαν όλοι στὰ κακὰ υστερνά μου:
γυναίκες, συγγενάδια, άσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τού μιλάω.
Μιλούσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ακούω.

Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον
τρείς μέρες στὸ ντιβάνι μου απομόναχο,
μὲ τὰ μάτια ανοιχτὰ καὶ στηλωμένα
κατὰ σένα, όπως πάντα, Ανατολή.

Οι πεθαμενατζήδες μεθυσμένοι
βλαστημούσαν, όπως μὲ κατεβάζαν
τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,
όροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ενενήντα!

Κι η ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει
γιὰ νὰ τοὺς ευκολύνει στὴ δουλειά τους.
Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ όνομά μου
μήτ᾿ εγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.

Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ αλυχτήσαν:
–καλότυχοι, ένας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ έναν, φυτρώνουνε σαράντα!

Ευχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ εσεῖς μὲ ξαποστείλατε, όχι ο Νόμος
(δυὸ φορὲς «επ᾿ εσχάτῃ προδοσία»!).

Κι ούτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ένα τρίκυκλο αθώο («τροχαίον ατύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ της θάλασσας.
Τ᾿ αδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν ούτε
μιάς πιθαμής Ελλάδα νὰ ησυχάσουν!

Κώστας Βάρναλης, Εθνικὴ Παιδεία

GIORGIO DE CHIRICO  School of Gladiators 1953



Γανιάσατε, δασκάλοι, νὰ ξεμάθω
νά ῾μαι εγώ, νὰ στοχάζομαι, νὰ θέλω -
ψέματα όλο ν᾿ ακούω, νὰ λέω, νὰ πράττω,
γιὰ ψέματα νὰ ζω καὶ νὰ πεθαίνω.

Δὲν μπόρεσε η σπουδὴ νὰ μὲ χαλάσει.
Αντέξανε σαρκίο, ψυχὴ καὶ γνώση
μὰ κάθε τόσο θάνατος νὰ ξέρεις
ότ᾿ είσαι πάντα πουλημένο κρέας.

Κώστας Βάρναλης, Πώς μάς θέλει η «αληθὴς δημοκρατία»

JOSE CLEMENTE OROZCO Gods of the Modern World - The Epic of American Civilization 1932-1934




Νὰ μὴν ακούω καὶ νὰ μὴ βλέπω νὰ πατώ.
Νὰ μὴ νογάω καὶ νά ῾χω τὸ στόμα βουλωτό.
Νὰ μὴ μὲ φαρμακών᾿ η μπόχα του καιρου μου.
Χωρὶς αυτιὰ καὶ μάτια, μύτη καὶ μυαλό,
μουγκὸς νὰ πηαίνω, όποτε μου ῾ρθει, πρὸς νερού μου,
κι άμα τσινάει ο Γάϊδαρος νὰ μὴ γελώ.
Καὶ σὰ μὲ καρυδώνουνε μουνούχο σκλάβο
οι Αμερικάνοι, εγὼ νὰ βλαστημάω τὸ Σλάβο.

Κώστας Βάρναλης, Εξαγνισμός

FRANCISCO GOYA  What more can one do?, 1812-1815





(Απο την «Νέα Επιθεώρηση», αρ. 5, Μάης 1928)

Άσειστα ολόγυρα τειχιά
και μεις του σκοταδιού στοιχειά.
απάνου στον ψηλό ουρανό.
πότε πουλάκι να περάσει
πότ’ έν’ αστέρι να φανεί,
ή πότε η πόρτα ν’ ανοιχτεί,
φίλος ρακί κρυφά να μπάσει
να μπάσει τον ψηλό ουρανό!

Ήταν ο Τσόκλης ο γκαβός,
ο Κωτσιαράς ο παλαβός,
ο Λέτσος με τη μαχαιριά,
μπουλούκι από μουστακαλήδες,
που με ζουνάρι απολυτό
περάσανε στον κόσμο αυτό,
μπεκρήδες, κλέφτες, χασικλήδες,
που τέλος πάντα η μαχαιριά.

Όξω μας ήταν οι καλοί!
Λουλούδια, μυρουδιά, βιολί.
τα κοριτσόπουλα οι κυρές,
γαζετατζήδες, γαλονάδες,
μπαγκέρηδες με τον παρά,
καραβοκύρηδες με ουρά.
κατήδες, έμποροι, παπάδες,
τα κοριτσόπουλα, οι κυρές

Μα ξάφνου ο αγέρας ο μαβής
τη ρίζα μιας ζωής βουβής
ήρθε να σκίσει, τρανταχτά:
Πόλεμος άναβε στη χώρα.
Κανόνια, αλόγατα, σπαθιά,
Η πιο ψηλή κι η πιο βαθιά,
μέσ’ στην καρδιά μας, μπήκε γνώρα
βροντόλαλα και τρανταχτά.

Πήρε κι εμάς ο ποταμός!
–Χαρά και φόβος και θυμός! –
Κι όλοι φωνάξανε μαζύ:
Πάρτε κι εμάς να σκοτωθούμε
για την Ιδέα τη λαμπερή
(κορώνα και φτερά φορεί!)
κι όταν νικήσουμε θαρθούμε
στο Μεντρεσέ ξανά μαζύ…

Ε!... να μας βλέπατε εδεκεί
πώς με τη ρέγκα στο σακκί
και με διαμάντια στην καρδιά
χυνόμαστε σαν τους πετρίτες,
βαράγαμε ζερβά-δεξιά,
(θέληση, δύναμη κι αξιά)
αρκουδιαρέους γουρνομύτες,
πάντα σταυρό, πάντα καρδιά.

Φωτιά στα σπίτια, στα δεντρά,
φαρμάκι στα γλυκά νερά,
(ιδέα και λύσσα ιδανικές!)
ανοίγαμε παλιές κασέλες,
ασήμια αρπάζαμε, προικιά,
και την κοπέλα τη γλυκιά,
νεκρήν του φόβου, με μασέλες
ξεσκίζαμεν ιδανικές!...

Μανάδες, φουντωτές μηλιές
αδειάζαμέ τους τις κοιλιές,
και στον αέρα το χρυσό,
τινάζαμε με δυναμίτη
γεφύρια σιδερογραμμές…
Αξέχαστες ιερές στιγμές!
Ω! πόλεμε δικαιοκρίτη,
άστρο στα μέτωπα χρυσό!

Και σα γυρίσαμε στητοί,
πιστοί σε λόγο κι αρετή,
της λευτεριάς κοπέλια εμείς,
της λευτεριάς την άγιαν ώρα
μας εχαρίσαν. Το νερό
έσβυσε το αίμα των χεριών
κι είμαστε τίμιοι ανθρώποι τώρα
και με παράσημον, εμείς!

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Kωστής Παλαμάς, Πολεμάς να στυλώσεις, κυβερνήτη...

GIORGIO DE CHIRICO  Metaphysical Interior with Sun which Dies 1971


(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Πρώτη Σειρά 5,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 277, 6.1.1908)


Πολεμάς να στυλώσεις, κυβερνήτη,
με τα καράβια και με τα φουσάτα
της Πολιτείας το σαλεμένο σπίτι.

Του κάκου ιδρώνεις, έμπα σ’ άλλη στράτα,
το νου μας πρώτα στύλωσε και χτίσε,
και πρώτ’ απ’ όλα αλφαβητάρι κράτα.

Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι.
Σε μια Βαβέλ δεμένους μάς κρατάνε
κακά στοιχειά· το μάγεμα τους λύσε.

και στα χείλια οι καρδιές μας πάλε ας πάνε.
Σύμμετρα υψώσου, πύργε της ζωής!
Τρανοί κι αν είναι οι τάφοι, τάφοι θα ’ναι.

Στον ήλιο τόπο θέλουμε κι εμείς.

Kωστής Παλαμάς, Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·...

MAX ERNST  The Word (Woman Bird) 1921


(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Πρώτη Σειρά 4,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 277, 6.1.1908)

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανέναν δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια

κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·
πες τη ντροπή τού τάδε και τού δείνα·
τα λόγια πότε αέρας, πότε σφάζουν.

Όλα, πρόσωπα, τζάκια, τούτα, εκείνα,
τα δεφτέρια μας άνοιξε ολονών
και το στόμα σου διάπλατο, κι αρχίνα

και ψάλλε τα νεκρών και ζωντανών,
νοικοκυραίων και κατεργαραίων,
και των αρχόντων, και των πιο τρανών.

Στάσου προφήτης, ρίξου των Εβραίων!


Kωστής Παλαμάς, Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!

GUSTAV DORE  Pierrot Grin
  
(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Πρώτη Σειρά 3,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 277, 6.1.1908)

Φασουλήδες, μακριά, κι εσείς, παλιάτσοι!
Στην αστόχαστη πλέμπα μην πλερώνεις,
Σατιριστή, του σκλάβου το χαράτσι.

Σίδερο ο στίχος για να τον πυρώνεις.

Σημάδεψε και τρύπησε και δείρε,
τα νύχια σου, αϊτού νύχια· σκούξε, γκιόνης.

Και πόμπεψε και μες στη λάσπη σύρε

της αμαρτίας την πόρνη· και γοργά
και τ' όρνιο σαΐτεψέ το· αυτό μας πήρε

το νου, τη γνώμη, την παλικαριά.

Αλιά σας, ψεύτες, άμυαλοι, κιοτήδες!
Σατιριστή κι εκδικητή, καρδιά!

Μήτε οι παλιάτσοι, μήτε οι φασουλήδες.

Kωστής Παλαμάς, Η Aσάλευτη Zωή

KATHE KOLLWITZ   Death and Woman  1910

1903


Καὶ τ᾿ άγαλμα αγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου απάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ολόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.


καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οι άνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ άπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα καὶ φόβου ανατριχάδες,
κ᾿ είδανε σὰν αντίμαχους καὶ τ᾿ αγαλμα κ᾿ έμένα.


Καὶ τ᾿ άγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ εμὲ στὴν εξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ᾿ έθαψα στὸ λάκκο τ᾿ άγαλμά μου.


Καὶ του ψιθύρησα: «Άφαντο βυθίσου αυτού καὶ ζήσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ αρχαία συντρίμμια,
οσο ποὺ νάρθ᾿ η ώρα σου, αθάνατ᾿ άνθος είσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεί τὴ θεία δική σου γύμνια!»


Καὶ μ᾿ ένα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο ούτε, φώς, τού κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ άνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ άψαχτα ενὸς λάκκου.


Ποτὲ μὴν έρθ᾿ η ώρα του! Κι άν έρθη κι άν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς απὸ λαὸ αγαλμάτων,
τ᾿ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ᾿ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα των μνημάτων!


Τὸ σήμερα είτανε νωρίς, τ᾿ αυριο άργὰ θὰ είναι,
δὲ θὰ σου στρέξη τ᾿ όνειρο, δὲ θάρθ᾿ η αυγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ αθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μείνε,
κυνηγητὴς του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.


Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αυριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού γιὰ σὲ καὶ οράματα της πλάνης
μακρότερη απ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τού κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»


Κ᾿ εγὼ αποκρίθηκα: «Άς περάσω κι άς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ εγὼ μ᾿ όλο τὸ νού καὶ μ᾿ όλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι άς φάη τὸ πλάσμα μου, απὸ τ᾿ αθάνατα όλα
μπορεί ν᾿ αξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Kωστής Παλαμάς, –Τα παλάτια. Κι αυτά; – Και τι με τούτο;

Christopher Lowry Johnson   Impolsion(6) 2008



(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 24,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

–Τα παλάτια. Κι αυτά; – Και τι με τούτο;
Κάμπους για τέντες* θέλουμε· γκρεμίστε.
Στα πάντα ας πέσει εδώ μπαλντάς ή κνούτο.**

– Τις εκκλησιές; – Μην τρέμετε· γκρεμίστε.
Για τους ναούς της Επιστήμης τόπο! –
– Κι αυτά τα ωραία τ’ αγάλματα; –Γκρεμίστε,

κι αναθέματα – μη σας κάνει κόπο! –
σωριάστε από τις πέτρες τους. Γκρεμίστε. –
– Το περιβόλι; – Για τον ξυλοκόπο. –

–Τα μνήματα, ιερά. –Κι αυτά συντρίμμια.
Ρούγα πλατιά. Από πάνω τους πατήστε
προς της μεγάλης θάλασσας τ’ ασήμια,

προς τα σμαράγδια του βουνού. Γκρεμίστε.


*   τέντες εδώ είναι τα τσαντίρια
** κνούτο το: είδος μαστιγίου από δερμάτινες λωρίδες που καταλήγουν σε μεταλλικά σφαιρίδια. 
 

Kωστής Παλαμάς, Όποιος στοχαστικός, σα γιαταγάνι...

AUGUSTE RODIN The Thinker (from Gates of Hell)




(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 13,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

Όποιος στοχαστικός, σα γιαταγάνι

το στοχασμό του αντρίκεια ας τόνε βγάζει.

Πες τα, και ακέρια και γυμνά· δε φτάνει



να λάμπ’ η αλήθεια· πρέπει και να σφάζει.
Ο λόγος, που χτυπά και που θυμώνει,

ριζώνει και της γης την όψη αλλάζει.



Ο λόγος, άξιος, και σφυρί, και ακόνι.

Μην κοιτάς το χοντρόλογο παζάρι,
μην ακούς τ’ ανοστόλογο σαλόνι



Μα σ’ όλα νόημα, δύναμη και χάρη,
σ’ αρχοντιά και σε πλέμπα· γη δεν είναι

να την καταφρονάς, περιβολάρη



Παντού μπορείς ν’ ανθίσεις, το νου κρίνε!

Kωστής Παλαμάς, Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος...

GUSTAV KLIMT  Danae 1907


(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 10,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,
ένα θεό εγώ ξέρω· την Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμ’ ωραίος.

Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά τού γάμου·
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,

πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια
με γιομίζεις· πλαταίνεις την καρδιά μου,

σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη !
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.

Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει.

Kωστής Παλαμάς, Οι μεγάλες πατρίδες δε μετριένται...

GERD ARNTZ 'Crisis'. Woodcut, 1931. The workers are unable to buy anything in the expensive shop, the rich are sitting on the stored wares.


(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 9,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

Οι μεγάλες πατρίδες δε μετριένται

με τον πήχη και με το διαβήτη·

μεγάλες είναι, και δοξολογιένται,



κι ανίσως είν’ η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κρήτη.

Λαοί μας φούχτας, μιας σπιθαμής τόποι,

και τη μεγαλοσύνη τους κηρύττει



ντουνιάς, παντού, και Αμερική κι Ευρώπη.

Τρανεύουν τα μικρά, και τα μεγάλα

στενεύουνε και παν. Ακούστε ανθρώποι!



Εκείνη που του κόσμου για δασκάλα

ποζάρει, η καπετάνισσα κι η Ελλάδα,

ο αφρός, το θάμα, του πουλιού το γάλα.

του Μωχαμέτη τρέμει την αρμάδα.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Kωστής Παλαμάς, Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.

TH.A. STEINLEN  'March 18'. From Le Chambard Socialiste,17  March  1894.


(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 8,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.
Ο λαός είναι τίποτε και είν' όλα,
είναι του εκδικητή το γιαταγάνι

κι είν’ η μαϊμού η ξεδιάντροπη, η μαργιόλα,
και η ρίζα και η κορφή, ο στερνός κι ο πρώτος,
κι εγώ κι εσύ, κι ο ανθός κι η καρμανιόλα,

κι ο αρχαίος Αθηναίος κι ο Οτεντότος.*
Στο τραγούδι του αηδόνι αναστενάζει,
στο θυμό του της αστραπής ο κρότος.

Σαν τρώει τα σπλάχνα του λαού μαράζι,
κανείς πλαστουργός ήρωας, κανείς θεός.
Η δόξα, όπου αρχόντοι και βαστάζοι

με μια σφραγίδα σφραγισμένοι: Λαός.


*Οτεντότοι (από το ολλανδικό Huttentut που σημαίνει τραυλός, επειδή έτσι ακουγόταν η γλώσσα τους στους αποικιοκράτες) είναι η περιφρονητική ευρωπαϊκή ονομασία για τον λαό KhoiKhoi της νοτιοδυτικής Αφρικής. Στην ευρωπαϊκή κουλτούρα των αρχών του 20ού αιώνα, ο Οτεντότος ήταν η επιτομή του πρωτόγονου. Βοήθησε σ’ αυτό και η εξέγερσή των KhoiKhoi και άλλων λαών της περιοχής ενάντια στους Γερμανούς αποικιοκράτες στη σημερινή Ναμίμπια, που οδήγησε στην πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα, ενάντια στο λαό Herero.

Kωστής Παλαμάς, Κουνιέται, πήρε δρόμο το συνάφι...

FRANS MASEREEL 'The ideal producer of  the future'. From La Feuille, 27 October 1919


(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 7,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

Κουνιέται, πήρε δρόμο το συνάφι.
Τα λεφούσια αμολήσανε φετφάδες.*
Το μαχαίρι στο κόκκαλο. Νισάφι.

Κακή η σκλαβιά. Χειρότεροι οι ραγιάδες.
- Λογαριαστήτε με το νοικοκύρη.
Δεφτέρια παστρικά. Μακριά οι σοφτάδες,**

λύκοι μέσ' στην προβιά, σπιγούνοι, σμπίροι***
του δείνα Σάυλοκ, και του τάδε Εφέντη.
Να γίνει το δικό σας το χατήρι!

Εσείς να το γλεντήσετε το γλέντι,
κι όχι στη ράχη σας κανείς τεχνίτης.
Του φρόνιμου καθώς και του λεβέντη

νοικοκύρης ο νους ο κυβερνήτης.



* φετφάς, ο :     1. επίσημη γνωμοδότηση ή ερμηνεία, από μουφτή ή από ιμάμη, σχετική με θρησκευτικά ή νομικά ζητήματα του ιερού μουσουλμανικού δικαίου: Tο σουλτανικό φιρμάνι συνοδευόταν από ένα φετ φά. 2. (μτφ., λαϊκότρ.) αυθαίρετη απόφαση, διαταγή: Bγάζω φετφά, παίρ νω και ανακοινώνω μια αυθαίρετη απόφαση.
** σοφτάς, ο :   μουσουλμάνος ιεροσπουδαστής. 
*** σμπίρος, ο:   1. αστυνομικός, μπάτσος 2. πληροφοριοδότης, χαφιές, σποιούνος, ρουφιάνος
                             



 

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Kωστής Παλαμάς, Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους...

ALBERT HAHN  'Liberal freedom in Krommenie'. From De Notenkraker, 15  December  1907



(Από τα Σατιρικά Γυμνάσματα , Δεύτερη Σειρά 6 ,Περιοδικό Νουμάς φύλλο 356, 6.9.1909)

Τα κεφάλια του Γένους και του Κράτους.
Ο βουλευτής κι ο δάσκαλος. Τα πιάσαν
όλα τα πόστα! Νους, καρδιά, δικά τους.

Δέσαν το νου· την καρδιά τη ντροπιάσαν.
Νά το ρουσφέτι νά κι η ελληνικούρα,
τ’ άρματά τους. Με κείνα μας χαλάσαν.

Η σκέψη, νούλα. Η Τέχνη, πατσαβούρα.
Ο ψευτοαττικιστής κι ο ψηφοφόρος.
Τ’ άγιο κόνισμα, μια καλικατούρα.*

Στη γη που πιάνει και προκόβει ο σπόρος
κάθε λογής τζουτζέδων** και πιερρότων***,
κι εγώ φυτρώνω ανάξιος ριμαδόρος

μαύρων θυμών και πορφυρών ερώτων.



*      Καλικατούρα είναι η καρικατούρα
**    Τζουτζές  είναι ο γελωτοποιός
***  Πιερρότος είναι ο αφελής φτωχός ερωτιάρης