Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Kωστής Παλαμάς, Η Aσάλευτη Zωή

KATHE KOLLWITZ   Death and Woman  1910

1903


Καὶ τ᾿ άγαλμα αγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου απάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ολόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.


καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οι άνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ άπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα καὶ φόβου ανατριχάδες,
κ᾿ είδανε σὰν αντίμαχους καὶ τ᾿ αγαλμα κ᾿ έμένα.


Καὶ τ᾿ άγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ εμὲ στὴν εξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ᾿ έθαψα στὸ λάκκο τ᾿ άγαλμά μου.


Καὶ του ψιθύρησα: «Άφαντο βυθίσου αυτού καὶ ζήσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ αρχαία συντρίμμια,
οσο ποὺ νάρθ᾿ η ώρα σου, αθάνατ᾿ άνθος είσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεί τὴ θεία δική σου γύμνια!»


Καὶ μ᾿ ένα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο ούτε, φώς, τού κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ άνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ άψαχτα ενὸς λάκκου.


Ποτὲ μὴν έρθ᾿ η ώρα του! Κι άν έρθη κι άν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς απὸ λαὸ αγαλμάτων,
τ᾿ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ᾿ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα των μνημάτων!


Τὸ σήμερα είτανε νωρίς, τ᾿ αυριο άργὰ θὰ είναι,
δὲ θὰ σου στρέξη τ᾿ όνειρο, δὲ θάρθ᾿ η αυγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ αθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μείνε,
κυνηγητὴς του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.


Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αυριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού γιὰ σὲ καὶ οράματα της πλάνης
μακρότερη απ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τού κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»


Κ᾿ εγὼ αποκρίθηκα: «Άς περάσω κι άς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ εγὼ μ᾿ όλο τὸ νού καὶ μ᾿ όλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι άς φάη τὸ πλάσμα μου, απὸ τ᾿ αθάνατα όλα
μπορεί ν᾿ αξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου