Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Κώστας Βάρναλης, Αυτονεκρολογία

MIKALOJUS CIURLIONIS   Funeral  Symphony(VII) 1903

Νοέμβρης 1968

Μισὸν αιώνα πάλευα κι απάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ των άλλων,
κι όλο πιότερο μ᾿ έπνιγεν ο βρόχος,
κι οι γενναίοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δούλοι.

Μὲ μπουκώναν μωρὸ «Μεγάλη Ιδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αιμοβόρο οχτρό μου:
νά ῾μαι τού ξένου ο πάτος, νὰ μισώ
καὶ νὰ καταφρονώ τ᾿ ανόσιο πλήθος.

Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μού τ᾿ άνοιγαν η ζούγκλα των Ολίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ολάνοιχτ᾿ απομείναν ως τὸ τέλος.

Όσο τὰ χρόνια ασπρίζαν στὴν κορφή μου,
τόσο βαθιὰ μού μάτωνεν η ελπίδα.
Μάθαινα πὼς η αγάπη είναι δειλία
κι η καλοσύνη αγιάτρευτο κακό.

Ήρωας δὲν  ήμουν, μ᾿ έκαμνεν ο φόβος
(ή θὰ σκοτώσεις ή θὰ σκοτωθείς)
νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα
καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.

Νὰ γελιέμαι πὼς ζώ, ξεπόρτιζα έξω.
Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.
Πιανόμουν απὸ κάγκελα καὶ πόρτες
μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι όχι εγώ!

Μ᾿ αφησαν όλοι στὰ κακὰ υστερνά μου:
γυναίκες, συγγενάδια, άσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τού μιλάω.
Μιλούσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ακούω.

Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον
τρείς μέρες στὸ ντιβάνι μου απομόναχο,
μὲ τὰ μάτια ανοιχτὰ καὶ στηλωμένα
κατὰ σένα, όπως πάντα, Ανατολή.

Οι πεθαμενατζήδες μεθυσμένοι
βλαστημούσαν, όπως μὲ κατεβάζαν
τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,
όροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ενενήντα!

Κι η ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει
γιὰ νὰ τοὺς ευκολύνει στὴ δουλειά τους.
Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ όνομά μου
μήτ᾿ εγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.

Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ αλυχτήσαν:
–καλότυχοι, ένας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ έναν, φυτρώνουνε σαράντα!

Ευχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ εσεῖς μὲ ξαποστείλατε, όχι ο Νόμος
(δυὸ φορὲς «επ᾿ εσχάτῃ προδοσία»!).

Κι ούτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ένα τρίκυκλο αθώο («τροχαίον ατύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ της θάλασσας.
Τ᾿ αδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν ούτε
μιάς πιθαμής Ελλάδα νὰ ησυχάσουν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου