Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Τ.Σ.Έλιοτ, Burnt Norton Ι

(ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ, μετάφραση: Κλείτος Κύρου)


τού λόγου δ` εόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν.(Ι. σ.77 Απόσπ. 2.)
οδός άνω κάτω μία και ωυτή. (Ι. σ.89 Αποσπ. 60.)
Diels: Τα Αποσπάσματα των Προσωκρατικων (Ηράκλειτος)
Ι

Ο
τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος
Είναι ίσως καί οι δύο παρόντες στό μελλούμενο χρόνο,
Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στόν περασμένο χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Όλος ο χρόνος δέν μπορεί νά εξαγοραστεί.
Αυτό πού θά μπορούσε να 'ταν είναι μιά αφαίρεση
Πού παραμένει μιά μόνιμη δυνατότητα
Μόνο σ' ενα κόσμο ρεμβασμού.
Αυτό πού θά μπορούσε να 'ταν κι αυτό πού ήταν
Σημαδεύουν σ' ενα τέρμα, πού είναι πάντα τωρίνο.
Πατημασιές αντηχούν μες στο μνημονικό
Κάτω στο δρόμακι που δεν ακολουθήσαμε
Κατά την πόρτα που πότε δεν ανοίξαμε
Προς τη μεριά του ροδόκηπου. Τα λόγια μου έτσι
Αντηχούν μες στο μυαλό σου.
Όμως για ποιό λόγο
Ταράζοντας τη σκόνη σε μια κούπα ροδόφυλλα
Δεν ξέρω.
Άλλοι αντίλαλοι
Κατοικούν στον κήπο. Θ' ακολουθήσουμε;
Γρήγορα, είπε το πουλί, βρέστε τους,βρέστε τους,
Πίσω απ' τη γωνία. Μέσα απο τήν πρώτη πύλη,
Στόν πρώτο μας κόσμο, θ'ακολουθήσουμε
Το ξεγέλασμα τησ τσίχλας; Στον πρώτο μας κόσμο.
Βρίσκονταν εκει, αξιοπρεπείς, αθέατοι,
Κινούνταν αβίαστα, πάνω απο τα πεθαμένα φύλλα,
Στη ζέστη του φθινόπωρου, στον παλλόμενο αέρα,
Και λάλησε το πουλί, δίνοντας απόκριση
Στην ανήκουστη μουσική την κρυμένη στους θάμνους,
Και διάβηκε η αθώρητη αχτίδα του ματιού, γιατί τα ρόδα
Είχαν την όψη λουλουδιών που τα κοιτάζουν.
Βρίσκονταν εκει σαν καλεσμένοι μας, δεκτοί και δεχόμενοι.
Ετσι κινήσαμε, κι αυτοί μαζί, μ' ενα σχέδιο τυπικό,
Μες απ΄την έρημη δεντροστοιχία, στων πυξαριών τον κύκλο,
Για να ρίξουμε το βλέμμα μες στη στραγγισμένη στέρνα.
Η στέρνα στεγνή, τσιμέντο στέγνο, με άκρες καφετιές,
Κι η στέρνα γέμισε νερό απ' το λιόφωτο,
Κι ορθώθηκε ο λωτός, ήσυχα, ήσυχα,
'Αστραψε η επιφάνεια απ' άκρη σ' άκρη απ' την καρδιά του φωτός,
Κι αυτοί ηταν πίσω μας ως καθρεφτίζονταν στη στέρνα.
Τότε διάβηκε ενα σύννεφο κι άδειασε η στέρνα.
Φύγετε, λαλήσε το πούλι, γιατί στις φυλλωσιές παιδιά φωλιάζαν,
Κρυμένα μ' έξαψη, συγκρατώντας τα γέλια.
Φύγετε, φύγετε, φύγετε, λάλησε το πουλί: οι άνθρωποι
Δεν μπορούν ν' αντέξουν πολλή πραγματικότητα.
Ο χρόνος ο περασμενός κι ο μελλούμενος χρόνος
Αυτός που θα μπορούσε να' ταν κι αυτός που ηταν
Σημαδεύουν σ' ενα τέρμα που ειναι πάντα τωρινο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου